.

................Η αυξημένη κατανάλωση λαχανικών είναι μιά ισχυρότατη ασπίδα κατά του κορωνοιού..................Κοτέτσι:10 τετραγωνικά,σταύλο: 20 τετραγωνικά,κήπο: 100 τετραγωνικά,15 ρίζες ελιές κι ένα πηγαδάκι.Αυτά είναι που χρειάζονται για να αποκτήσουμε τη βάση για αυτάρκεια ...........Τουτη η γής θα προκόψει μόνο όταν ο άνθρωπος αποστασιοποιηθεί απο τη χρήση του χρήματος.Φαντάσου φίλε μου να έχεις λεφτά αλλά να έχουν χαθεί απο τη γή όλα τα ζώα,όλα τα ψάρια ,όλα τα πουλιά και όλα τα δέντρα και τα φυτά.Τότε τί θα μπορείς να αγοράσεις με τα λεφτά σου??.... . ............................ ........ ........ .. ......................... ........... ......

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Οι καλλιέργειες που αφήσαμε να χαθούν

Οι καλλιέργειες που αφήσαμε να χαθούν

ΤΑΝΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ/http://www.kathimerini.gr/

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Δραστική επίδραση στη δομή της αγροτικής οικονομίας της χώρας είχαν οι τρεις δεκαετίες εφαρμογής της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) της Ευρώπης στην Ελλάδα.

Οι αγρότες στράφηκαν σαφώς προς τα επιδοτούμενα προϊόντα εγκαταλείποντας ακόμα και παραδοσιακές ελληνικές καλλιέργειες όπως τα όσπρια ή τα κτηνοτροφικά φυτά, με αποτέλεσμα οι διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού να καλυφθούν με μεγάλη αύξηση των εισαγωγών. Χαρακτηριστικά, στη Θεσσαλία ξεριζώθηκαν πολλές εκτάσεις με αμυγδαλιές προκειμένου να φυτευτεί βαμβάκι, το βασικό προϊόν του οποίου η καλλιέργεια αυξήθηκε δραματικά μετά το 1981 λόγω φυσικά της μεγάλης επιδότησης που έφτανε τρεις φορές πάνω από την εμπορική τιμή του προϊόντος.

«Η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής στην Ελλάδα είχε επιπτώσεις στη δομή της γεωργικής παραγωγής με αποτέλεσμα να υστερεί η χώρα σε επάρκεια τροφίμων και να αναγκάζεται να κάνει μεγάλες εισαγωγές. Παράλληλα, υποχώρησε το θέμα της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων και δεν υπήρξε χωροταξικός σχεδιασμός των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για καλλιέργεια», λέει ο κ. Σταμάτης Σεκλιζιώτης, διδάκτωρ γεωπόνος, βοηθός ακόλουθου γεωργικών θεμάτων στην αμερικανική πρεσβεία.

«Αφησαν» τα όσπρια

Χαρακτηριστικά, τα όσπρια που καλλιεργούνταν παραδοσιακά στην Ελλάδα σιγά σιγά εγκαταλείφθηκαν καθώς η καλλιέργειά τους δεν επιδοτούνταν από την Ε.Ε. Ετσι ενώ το 1961 παράγονταν 12.586 τόνοι φακές και το 1981 8.451 τόνοι, το 2011 η παραγωγή έπεσε στους 2.856 τόνους. Και το 1961 αντίστοιχα παράγονταν 13.365 τόνοι ρεβίθια, το 1981 12.694 τόνοι και το 2011, 2.200 τόνοι. Από τα πέρατα της Γης εισάγουμε όσπρια για να φτιάξουμε παραδοσιακές ελληνικές συνταγές. Φασόλια από την Κίνα, μαυρομάτικα από το Περού και τη Μαδαγασκάρη, φακές από τον Καναδά, ρεβίθια από το Μεξικό και την Τουρκία, κουκιά από τη Συρία.

Ακόμα ένα παραδοσιακό ελληνικό προϊόν, ο χαλβάς -όπως και το ταχίνι- παράγεται κυρίως με εισαγόμενο σουσάμι. Μόλις 33 τόνοι ήταν η παραγωγή ελληνικού σουσαμιού το 2011 σε σύγκριση με το 1981 (1.572 τόνοι) και το 1961 (6.374 τόνοι).

Και η παραγωγή ξηρών καρπών όμως σιγά σιγά έφθινε, καθώς αμύγδαλα, φουντούκια, φιστίκια Αιγίνης κ.ά. έμειναν εκτός επιδότησης. Ενδεικτικά, σήμερα εισάγουμε καρύδια από την Καλιφόρνια, τη Γεωργία αλλά και τη Μολδαβία, αν και τα καρύδια είναι η μόνη καλλιέργεια ξηρών καρπών που έχει σημειώσει αύξηση τα τελευταία χρόνια.

«Είναι επίσης προβληματικό ότι εισάγουμε το μεγαλύτερο ποσοστό των ζωοτροφών που χρησιμοποιούμε, κυρίως σόγια. Αν σκεφτούμε ότι η ζωοτροφή αποτελεί το 80% του κόστους της παραγωγής κρέατος καταλαβαίνουμε τι σημαίνουν όλες αυτές οι εισαγωγές για την κτηνοτροφία μας», τονίζει ο κ. Σεκλιζιώτης. Ενα από τα βασικά κτηνοτροφικά φυτά (που καλλιεργείται δηλαδή για ζωοτροφή) είναι ο σόργος και μόνο 84 τόνοι σόργου καλλιεργήθηκαν το 2011 σε σχέση με 1.198 τόνους το 1981 και 8.775 τόνους το 1961. «Την ίδια στιγμή που τα αποξηραμένα φρούτα παγκοσμίως είναι περιζήτητα, εμείς έχουμε πολύ μικρή παραγωγή αφήνοντας την Τουρκία να κυριαρχεί», προσθέτει ο γεωπόνος.

Μειώθηκαν τα λεμόνια

Σημαντικότατη πτώση έχει και η εγχώρια παραγωγή λεμονιών, που από 216.874 τόνους το 1981 έπεσε στους 70.314 το 2011. Φυσικά, οι ανάγκες καλύπτονται με εισαγωγές. Η συνολική παραγωγή εσπεριδοειδών της χώρας δεν έχει μειωθεί ιδιαίτερα (997.205 τόνοι το 1981 και 938.866 τόνοι το 2011), αλλά όπως εξηγεί ο κ. Σεκλιζιώτης, οι ποικιλίες πορτοκαλιού που καλλιεργούμε αφορούν κυρίως την εσωτερική αγορά και δεν είναι κατάλληλες για εξαγωγές.

Η παραγωγή ντομάτας, από την άλλη, δείχνει να έχει μια σημαντική αύξηση, αλλά πρόκειται κυρίως για ποσότητες βιομηχανικής ντομάτας που επίσης ήταν επιδοτούμενο προϊόν.
Ο κ. Σεκλιζιώτης τονίζει ότι η Ελλάδα διαθέτει πολλά διαφορετικά μικροκλίματα και θα μπορούσε να έχει ένα μωσαϊκό πολλών μικρών καλλιεργειών εφόσον όμως κάποιος έκανε τον κόπο να ασχοληθεί και να δώσει κατευθύνσεις.
Στροφή των νέων στη γεωργία
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται ένα αυξημένο ενδιαφέρον για την αγροτική παραγωγή, κυρίως από νέους ανθρώπους που αναζητούν μια διέξοδο στην ανεργία και την οικονομική κρίση.

Σε δημοσκόπηση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, το 19,3% των ερωτώμενων είχε απαντήσει ότι έχει προχωρήσει σε συγκεκριμένες ενέργειες προκειμένου να μετοικήσει από τα αστικά κέντρα (Αθήνα - Θεσσαλονίκη) στην επαρχία.

Το 43,5% όσων σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν Αθήνα και Θεσσαλονίκη έχει πτυχίο Πανεπιστημίου, το 25,9% έχει κάνει μεταπτυχιακό και το 4,1% έχει και διδακτορικό τίτλο.

Περίπου οι μισοί (ποσοστό 47,6%) από εκείνους που σχεδιάζουν την αποχώρησή τους από την πόλη θα ήθελαν να δουλέψουν στον αγροτικό τομέα, όμως όχι μόνο στο επίπεδο της παραγωγής αλλά και σε όλη την αλυσίδα, στη συσκευασία και τη διάθεση των προϊόντων.

Η ελιά και το ελαιόλαδο είναι η πρώτη επιλογή όσον αφορά τη γεωργία, πιθανότατα γιατί μεγάλο ποσοστό των κατοίκων των πόλεων διαθέτει ακόμα ελαιόδεντρα. Αντίστοιχα μεγάλο ποσοστό ενδιαφερομένων προτιμά τις βιολογικές καλλιέργειες, καθώς θεωρεί ότι θα έχουν ένα αυξανόμενο ποσοστό πωλήσεων.

Καλλιέργεια σουσαμιού (Σήσαμον το Ινδικόν)




Καλλιεργείται πολύ στην Περσία, Μικρά Ασία και Αίγυπτο και από τους αρχαίους χρόνους και στη πατρίδα μας λίγο. Τρία είναι που μας ενδιαφέρουν τα σόγια του σουσαμιού: με μαυριδερούς, καστανούς και άσπρους σπόρους. Σε μας προκόβει το άσπρο σουσάμι και καλλιεργείται στη Θεσσαλία και Ανατολική Μακεδονία. Η Θεσσαλία κάνει από αυτό έως 90 χιλ. οκ το χρόνο.
Ο σουσαμόσπορος έχει 40-50 τα εκατό λάδι και είναι πικρούτσικο μα φαγώσιμο και έχει το καλό δύσκολα να ταγγίζει. Στην Ανατολή και στο τόπο μας με τέτοιο λάδι φτιάχνουν τούς χαλβάδες και στην Ευρώπη σαπούνια.

Για να βγάλουνε το σουσαμόλαδο καβουρδίζουν λίγο το σουσάμι σε λαμαρίνες, το αλέθουν και το στύβουν σε πιεστήριο τρεις φορές. Δύο το στύβουν σκέτο και την τρίτη το ζεματούν με καυτό νερό. Οι πίτες πού μένουν από το στύψιμο είναι τροφή για τα ζώα, πρέπει όμως να την δίνομε με σανό (ή άχυρο) ή πίτουρα ή να την ανακατώνομαι με καρπό (κριθάρι, βρώμη) ή μ' άλλες τροφές. Στα πρόβατα δίνομε 50-100 δράμια από τις πίτες αυτές στο καθένα την ημέρα, στους χοίρους 100 δράμια ως 1 οκά κατά το πάχος πού θα έχουν και στα βόδια πού θέλομε να παχύνουν ½-3 οκάδες. Από σουσαμόσπορο γίνεται και το ταχίνι. Για να το κάνουν ραντίζουνε με λίγο νερό το σουσάμι και το αλέθουν και αλέθοντας το ρίχνουν σε πιθάρι και το αφήνουν ως πού ν' ανέβει το λάδι. Τότε το παίρνουν κι' εκείνο πού θα μείνει είναι το ταχίνι. Με σουσαμόσπορο φτιάχνουν ακόμη και τα παστέλια ή τον βάζουν στις κουλούρες και στα ψωμιά.


Πως καλλιεργείται
Το σουσάμι γίνεται ξερικό σε βαρικά και αμμουδερά χώματα, δηλαδή σε χωράφια που κάνουν για αραβόσιτο ή σε κατεβασιές (ποταμόχωστα) πού είναι κοντά σε ποτάμια και μπορεί να φουσκίζονται και να ποτίζονται κι' όλας. Πάντα όμως του σουσαμιού η καλλιέργεια είναι ποτιστική. Ξερικό σουσάμι καλλιέργησαν, κατά σύσταση μου ως νομόγεωπόνου Αχαΐας και Ήλιδος, το 1924 πρόσφυγες σε βαρικά χωράφια του κάμπου της Γαστούνης και είχαν καλό εισόδημα.
Ξερικό σουσάμι καλλιεργήσαμε για δοκιμή στο Αγροτικό ορφανοτροφείο αρρένων Τατοΐου και πέτυχε. Μαθαίνω πώς γύρω στη Νεάπολι (Δυτικής Μακεδονίας) καλλιέργησαν μια χρονιά δοκιμαστικώς ξερικό σουσάμι σε αμμουδερά βαρικά χωράφια και είχε καλή απόδοση μα δεν ξανά ακολούθησαν την καλλιέργεια του.

Το χωράφι πού θα καλλιεργήσουμε τό σουσάμι πρέπει καλά να δουλευτεί, και να τριφτούν τα χώματα. Όταν το χωράφι αυτό ήταν την περασμένη χρονιά σπαρμένο μ' αραβόσιτο ή με μπαμπάκι ή μ' άλλο σκαλιστικό τού κάνομε 3 οργώματα. Ένα το Μάρτη, ένα τον Αύγουστο κι' ένα το Φλεβάρη. Στο τρίτο όργωμα αν είναι ανάγκη, λιπαίνουμε με το χημικό λίπασμα 6-8-8 ή το φουσκίζουμε ρίχνοντας σκορπιστά κοπριά σ' όλο το χωράφι και τη δυναμώνουμε πασπαλίζοντας την με το χημικό λίπασμα 0-16-0 σ' αναλογία 5-10 οκ. για κάθε 100 οκ. κοπριά. Όταν το χωράφι πού θα σπείρουμε το σουσάμι ήταν χέρσο του κάνομε ανάμεσα (τον Νοέμβριο) και το τέταρτο όργωμα. Κι' από το Μάρτη ως τον Απρίλη πού θα τό σπείρουμε σβαρνίζουμε με σιδηρόσβαρνα το χωράφι 2-3 φορές για να ισώσει και τριφτεί καλά το χώμα. Τις πρώτες ήμερες του Απρίλη κάνουμε το τελευταίο σβάρνισμα, κι' αν το χωράφι είναι αδύνατο κι' αφούσκιστο σκορπίζουμε ως 20 οκ. στο στρέμμα νιτρικό νάτριο (νίτρο της Χιλής) κι' αμέσως σπέρνουμε. Στο ποτιστικό σουσάμι αντί να βάλουμε για μιας το νίτρο της Χιλής μπορούμε στο σπάρσιμο να ρίξουμε σκορπιστά στο στρέμμα μονάχα 10 οκάδες και τις άλλες 10 οκάδες να τις σκορπίσουμε στο πρώτο σκάλισμα για να έχουμε πιο κέρδος.


Στα δυνατά χωράφια ρίχνουμε λιγότερο σπόρο γιατί κλαρώνει το σουσάμι και για να επιτύχει πρέπει να είναι ανάλογα άρυσπαρμένο. Το σπάρσιμο του σουσαμιού γίνεται στα πεταχτά με το χέρι και θέλει πείρα για να κανονίσει εκείνος που το σπέρνει πόσο πρέπει να είναι αρύ, κατά το χωράφι. Για να αποκτήσει κανείς τη σχετική πείρα πρέπει όταν πρώτο σπείρει ν' ανακατώσει το σουσάμι με δύο μερδικά άμμο του ποταμού και λίγη στάχτη για να πέφτει ο σπόρος κανονικά και βλέπει το μέρος που σπέρνει.
Τελειώνοντας το σπάρσιμο σκεπάζομε ξέβαφα το σπόρο με ξύλινη πλεχτή σβάρνα και περνούμε ύστερα το χωράφι με σανίδα για να καθίσουν τα χώματα. Τη σανίδα αυτή ζέβουμε σ' άλογο και βάζουμε ανάλογη πέτρα ή καθίζουμε κανένα παιδάκι για βάρος. Όταν το σουσάμι είναι ποτιστικό κάνουμε τελευταία τους ποτιστάδες (αυλάκια) μ' αλέτρι ντόπιο ξύλινο και χωρίζουμε το χωράφι με το ίδιο αλέτρι σε στενόμακρες βραγιές (πρασιές) για να ποτίζεται εύκολα και με οικονομία νερού. Για να σπείρουμε ένα στρέμμα θέλομε ως 1 1/2, οκά σπόρο.
Όταν με το σπάρσιμο βρέξει αμέσως, ξανά σπέρνομε το σουσάμι γιατί πατιέται το χώμα με τη βροχή και δε φυτρώνει ή το σβαρνίζουμε ανάλαφρα. Η βροχή το ωφελεί όταν φυτρώσει.

Το σουσάμι φυτρώνει σε 5-8 μέρες, κατά τη θερμοκρασία της ατμοσφαίρας και όταν κάνει 3-6 φυλλαράκια πρέπει να το σκαλίζουμε επιδέξια με στενό σκαλιστήρι για να χαλάσουμε τα χορτάρια πού δεν τ' αφήνουν να ξεπεταχτεί. Με δεύτερο σκάλισμα πού κάνουμε σαν ψηλώσει το σουσάμι μισή πιθαμή το αλαργεύουμε αφήνοντας απόσταση για κάθε φυτό απ' όλες τις μερικές ως 1 1/2 πιθαμή.
Και αν είναι ποτιστικό του δίνομε αμέσως ένα νερό. Το σουσάμι που καλλιεργούμε ποτιστικό σε μέρος ζεστό που το χώμα γρήγορα στεγνώνει το ποτίζουμε κάθε 15-20 μέρες, κατά τη χρονιά, δηλαδή ως να ωριμάσει του δίνομε 4-5 νερά και δύο σκαλίσματα στην αρχή πού είναι μικρό. Το ξερικό το σκαλίζουμε μονάχα μια φορά, όταν είναι μικρό και τ' αργεύουμε κι' ανάμεσα τό βοτανίζουμε. Είναι καλλιεργητές που δε βοτανίζουν ούτε σκαλίζουν το σουσάμι από αμέλεια και ζημιώνονται γιατί παίρνουν λιγότερο εισόδημα.
Το σουσάμι όταν ψηλώσει 4-5 πιθαμές αρχίζει να λουλουδίζει και εξακολουθεί μέχρι τέλος να έχει λουλούδια και καρπό. Μπαίνοντας ο Αύγουστος ή και αργότερα κατά το μέρος, αρχίζει να κιτρινίζει δηλαδή να ωριμάζει και στο τέλος να ξηραίνεται. Τότε είναι καιρός, να το θερίσουμε, τινάζεται όμως εύκολα ο σπόρος του και πρέπει να το θερίσουμε ή ξεριζώσουμε λιγάκι αγουρωπό.
Για ν' αποφύγουμε τις ζημίες από το τίναγμα θερίζοντας ή ξεριζώνοντας το σουσάμι το κάνουμε δεματάκια από 2-3 χερόβολα το καθ' ένα και τα στήνομε 4-5 μαζί όρθια στο ίδιο χωράφι.
Κι' όταν ξεραθεί καλά στρώνουμε πρώτα μια φαρδιά λινάτσα και ύστερα παίρνομε ένα-ένα δεματάκι και κρατώντας το όρθιο πηγαίνουμε στη λινάτσα, το γυρίζουμε ανάποδα και με το δεξί χέρι το χτυπούμε με βέργα για να τιναχθεί όλος ο σπόρος και χυθεί απάνω σ’ αυτή. Και χύνεται σαν να είναι νερό.

Τη δουλειά αυτή μπορούμε να την κάνουμε και στ' αλώνια όπου κουβαλούμε τα δεματάκια του σουσαμιού όρθια μέσα σε κάρο στρωμένο με λινάτσα για να κρατεί το σπόρο που με το τράνταγμα θα τινάζεται.
Σε μερικά χωριά με τις καλαμιές του σουσαμιού καίνε το φούρνο και μαγειρεύουν. Ξερικό σουσάμι δίνει 60-90 οκ. σπόρο το στρέμμα και όταν το χωράφι είναι ποτιστικό και δυνατό ή λιπασμένο περνάει τις 100 οκ.

Πηγή: Πλουτοφόρα φυτά-Αλέξανδρου Γεωργακόπουλου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» Δεκεμβρίου 1930

- See more at: http://www.ftiaxno.gr/