.

................Η αυξημένη κατανάλωση λαχανικών είναι μιά ισχυρότατη ασπίδα κατά του κορωνοιού..................Κοτέτσι:10 τετραγωνικά,σταύλο: 20 τετραγωνικά,κήπο: 100 τετραγωνικά,15 ρίζες ελιές κι ένα πηγαδάκι.Αυτά είναι που χρειάζονται για να αποκτήσουμε τη βάση για αυτάρκεια ...........Τουτη η γής θα προκόψει μόνο όταν ο άνθρωπος αποστασιοποιηθεί απο τη χρήση του χρήματος.Φαντάσου φίλε μου να έχεις λεφτά αλλά να έχουν χαθεί απο τη γή όλα τα ζώα,όλα τα ψάρια ,όλα τα πουλιά και όλα τα δέντρα και τα φυτά.Τότε τί θα μπορείς να αγοράσεις με τα λεφτά σου??.... . ............................ ........ ........ .. ......................... ........... ......

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Έδαφος – Ανάλυση - Ερμηνεία

Αποτέλεσμα εικόνας για Εδαφος φωτο

Τι είναι το έδαφος

Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο Πολυζόπουλος (1976), έδαφος είναι το από χαλαρά υλικά ανώτερο στρώμα του φλοιού της γης το οποίο προ­ήλθε από την αποσάθρωση πετρωμάτων και την περαιτέρω διαφοροποί­ηση του χαλαρού υλικού που προέκυψε από αυτή. Την αποσάθρωση και διαφοροποίηση προκάλεσαν μακροχρόνιες ατμοσφαιρικές και βιολογικές επιδράσεις, η σπουδαιότητα των οποίων επηρεάζεται σημαντικά από το τοπογραφικό ανάγλυφο και τη φύση του μητρικού πετρώματος.
Μπορούμε να το ορίσουμε απλούστερα σαν το μέσο στήριξης και θρέψης όλων των φυτών. Όμως, οι ιδιότητες ενός εδάφους καθορίζονται από τη γενετική του ιστορία και τον τρόπο χρησιμοποιήσεως του από τον άνθρω­πο. Όμως, είναι και η πηγή πρώτων υλών. Εύκολα, λοιπόν, μπορούμε να καταλάβουμε τη σημασία του στην ύπαρξη της ζωής, γενικά, και του ανθρώ­πινου είδους, ειδικότερα, στη δημιουργία και εξέλιξη του πολιτισμού, στη δημιουργία και διατήρηση του θαύματος που λέγεται Οικοσύστημα Γη.
Έτσι, η εξάντληση και καταστροφή του θα οδηγήσει σε τραγικές κατα­στάσεις, μάλλον ανεπανόρθωτες. Στα πλαίσια της γεωργικής παραγωγής είναι δυνατή η προστασία του από παθογενετικές καταστάσεις (π.χ. αλκαλίωση), έτσι ώστε τουλάχιστον η διατροφή μας να είναι πάντα δυνατή.

Η δομή του εδάφους

Αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο τα σωματίδια του εδάφους (άμμος, ιλύς, άργιλος) είναι μεταξύ τους ενωμένα και δημιουργούν συσσωματώματα και συνδέεται άμεσα με την μηχανική σύσταση. Μέσης σύστασης εδάφη πρέπει να προτιμούνται και επιβάλλεται η χρήση βελτιωτικών (άμμος, τύρφη κ.λπ.) σε πολύ ελαφρά ή βαριά εδάφη.
Η διατήρηση καλής και σταθερής δομής των εδαφών πρέπει να απο­τελεί ουσιώδη φροντίδα των καλλιεργητών, πράγμα που συνεπάγεται κατεργασία του εδάφους μόνο για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό και όταν η υγρασιακή κατάσταση του εδάφους είναι η κατάλληλη, αμειψισπορά με κάποιο πολυετές λειμώνιο φυτό και επιστροφή των υπολειμμάτων των καλλιεργειών στο έδαφος (Κεραμίδας, 1989).
Δε θα ήταν υπερβολή, αν τονίσουμε πως οι δύο σημαντικότεροι εχθροί της δομής του εδάφους είναι το νάτριο (με κύρια προέλευση το αρδευτικό νερό) και οι βαθιές αρόσεις κάτω από ακατάλληλες συνθήκες υγρασίας, ενώ ο καλύτερος σύμμαχος της είναι η οργανική ουσία.

Ο εδαφικός αέρας

Η σύσταση του εδαφικού αέρα συνδέεται στενά με την ανάπτυξη του ριζι­κού συστήματος, την πρόσληψη ύδατος και θρεπτικών στοιχείων και συνεπώς με την κανονική ανάπτυξη και απόδοση των φυτών. Η παρουσία επαρκούς οξυγόνου (απουσία υψηλών ποσοτήτων CO2) είναι αναγκαία για την κανο­νική ανάπτυξη του ριζικού συστήματος και ποσοστό μικρότερο του 15% θα πρέπει να θεωρείται ανεπαρκές, ενώ οι ρίζες μπορούν να δεχθούν ποσοστά CO2 έως και 50%, όταν υπάρχει αρκετό οξυγόνο (Πολυζόπουλος 1976).
Η απορρόφηση νερού και θρεπτικών στοιχείων απαιτεί την κατανάλωση ενέργειας από τις ρίζες η οποία προέρχεται από την αναπνοή που με τη σειρά της εξαρτάται από την παρουσία οξυγόνου, εξάλλου η απορρόφη­ση ύδατος είναι συνάρτηση της περατότητας των ριζών που με τη σειρά τους εξαρτώνται από την παρουσία οξυγόνου.
Εκτός από τα παραπάνω, οι κακές συνθήκες αερισμού είναι δυνατόν να οδηγήσουν στην παραγωγή σε τοξικές συγκεντρώσεις ανόργανων ή οργανικών ουσιών (απουσία οξυγόνου ο Fe3+ τείνει να αναχθεί σε Fe2+ και η συγκέντρωση του στο εδαφικό διάλυμα υπό μορφή ανθρακικού ή δισανθρακικού σιδήρου, να ανέλθει σε τοξικά επίπεδα), στην ατελή οξείδωση των οργανικών υπολειμμάτων, στην απώλεια αζώτου.
Ένας σημαντικός παράγοντας δημιουργίας κακών συνθηκών αερισμού είναι η υπερβολική υγρασία. Υψηλές βροχοπτώσεις ή συχνές αρδεύσεις σε συνδυασμό με τη μηχανική σύσταση του εδάφους (βαρύ έδαφος) και την έλλειψη ικανού στραγγιστικού δικτύου οδηγούν στη δημιουργία του προβλήματος.

Η Κατεργασία του Εδάφους

Γενικά
Συνιστά μια ομάδα καλλιεργητικών φροντίδων που ασκούν σημαντικές επιδράσεις στις φυσικό-χημικές ιδιότητες του εδάφους. Επηρεάζονται το pH, η οργανική ουσία, το ολικό και νιτρικό άζωτο, τα θρεπτικά στοιχεία (Ρ, Κ, Ca, Mg) και, το σημαντικότερο, η δομή του. Η κατεργασία του εδάφους (φρεζάρισμα, δισκοβάρνισμα, άροση κ.λπ.) ασκεί την αρνητικότερη ίσως επίδρασή της, την καταστροφή της δομής, όταν αυτή γίνεται κάτω από ακατάλληλες συνθήκες υγρασίας.
Οι υψηλοί ρυθμοί εκμετάλλευσης του εδάφους επιβάλουν την ολοκληρωμένη διαχείρισή του με στόχο τη διατήρηση της καλής φυσικής του κατάστασης σε υψηλά επίπεδα. Συχνές και, πολλές φορές, βαθιές αρόσεις στερούνται νοήματος με επιπτώσεις στην εδαφοϋγεία και την οικονομία μας. Βαθιές αρόσεις >25cm πραγματοποιούνται μόνο εφόσον υπάρχει ειδικός λόγος – σκληρός υπεδάφιος ορίζοντας, πολυετή ζιζάνια – ενώ ελαφριές κατεργασίες περιορίζονται στην προετοιμασία της σποροκλίνης, την ενσωμάτωση των υπολειμμάτων της καλλιέργειας και γενικά εκεί όπου υπάρχει λόγος.
Η αγρανάπαυση και η χλωρή λίπανση θα πρέπει να εντάσσονται στη γενικότερη στρατηγική. δε θα πρέπει, βέβαια, να ξεχνάμε πως εδάφη χωρίς φυτική κάλυψη κατά τη χειμερινή περίοδο εμφανίζουν υψηλές απώλειες νιτρικού αζώτου και διάβρωση. Η κάλυψη με ένα ψυχανθές προστατεύει από τη διάβρωση και τις απώλειες, ενισχύοντας το θετικό ισοζύγιο του εδάφους κατά την ενσωμάτωσή του.
Χρήσιμες σημειώσεις
Σύμφωνα με τον Σιδηρά (1987), σε σχετικό πειραματισμό αγρού, διαπιστώθηκε η αρνητική επίδραση της φρέζας και του αρότρου στη σταθερότητα των συσσωματωμάτων και μάλιστα η αρνητική επίδραση του αρότρου ήταν μεγαλύτερη σε όλα τα επίπεδα υγρασίας των συσσωματωμάτων.
Σύμφωνα με τον ίδιο ερευνητή, (1987) αρόσεις βαθύτερες από 25 cm πρέπει να αποφεύγονται, διότι είναι δυνατή η μεταφορά υλικού στην επιφάνεια – χαμηλού βαθμού αντιστάσεως των μακροσυσσωμάτων του στο νερό – που θα οδηγήσει στην αύξηση της διάβρωσης και σε επιδείνωση των συνθηκών ανάπτυξης των ριζών. Εξάλλου, ο περιορισμός της διάβρωσης, μέσω της βελτίωσης της ικανότητας αντιστάσεως των συσσωματωμάτων στη βροχή, στις περιοχές όπου επικρατεί η μονοκαλλιέργεια, προϋποθέτει την εφαρμογή μεθόδων εδαφοκατεργασίας με όσο το δυνατόν χαμηλότερο βαθμό εντατικότητας.
      Οι Σιδηράς και Χουλιάρας (1992), ερευνώντας την επίδραση της εδαφοκατεργασίας και αμειψισποράς, διαπίστωσαν ότι από την εφαρμογή της άροσης μειώθηκαν σημαντικά οι τιμές pH, οργανικός άνθρακας, ολικό Ν, ο αφομοιώσιμος Ρ, Κ και τα ανταλλάξιμα Ca και Mg σε σύγκριση με την επέμβαση του καλλιεργητή και ιδιαίτερα με την ακατεργασία. Αντίθετα, αυξήθηκε το ΑΙ. Οι χλωρές λιπάνσεις και κυρίως της 6μηνης διάρκειας συνέβαλαν στη μεγαλύτερη αύξηση του ολικού Ν και των ΝΟ3στο έδαφος. Στην αγρανάπαυση οι μεγαλύτερες ποσότητες ΝΟ3 διαπιστώθηκαν την άνοιξη και οι σημαντικότερες μετακινήσεις (κάτω των 90 cm βάθους) το φθινόπωρο μετά τη συγκομιδή. Η ακατεργασία άσκησε τη μεγαλύτερη θετική επίδραση στο ΝΟ3Ν και την C. E. C, ενώ η άροση επέδρασε αρνητικά.

Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ

Είναι μια σειρά από διαδικασίες που μας επιτρέπουν τον προσδιορισμό τιμών σε χρήσιμες παραμέτρους, όπως η μηχανική σύσταση, η οργανική ουσία και η περιεκτικότητα σε θρεπτικά στοιχεία. Αναμφισβήτητα, θεωρείται ως το πρώτο βήμα που πρέπει να γίνεται από τον καλλιεργητή πριν από την εγκατάσταση της φυτείας. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι πρέπει να γίνεται ανεξάρτητα από το αν η καλλιέργειά μας είναι ετήσια ή πολυετής και στη συνέχεια θα πρέπει να συνδυάζεται με την ανάλυση φυτικών ιστών (φυλλοδιαγνωστική), ιδιαίτερα δε στα δενδρώδη.
Για να λιπαίνει ο παραγωγός σωστά πρέπει να βασίζεται σε επιστημονική βάση, έτσι ώστε η λίπανση να γίνεται σύμφωνα με την περιεκτικότητα του εδάφους σε θρεπτικά στοιχεία και τις ανάγκες της καλλιέργειας. Θα πρέπει να γνωρίζει τη γονιμότητα του αγρού του, πριν ακόμα σπείρει, για να ρυθμίσει ανάλογα την λιπαντική τακτική που θα ακολουθήσει. Η ανάλυση του εδάφους εξυπηρετεί το σκοπό αυτό και γι’ αυτό κάθε ορθολογική χρήση των λιπασμάτων πρέπει να βασίζεται σε αυτή (Σιμώνης, 1994).
Στην εποχή μας η σημασία που αποκτά η ανάλυση του εδάφους ολοένα μεγαλώνει, πράγμα λογικό, αν σκεφθούμε πως ο ρυθμός εντατικοποίησης της γεωργίας αυξάνει, οι ποσότητες των λιπασμάτων που χρησιμοποιούνται αυξάνουν, το κόστος των παραγόμενων προϊόντων αυξάνει, η ρύπανση του περιβάλλοντος αυξάνει, ενώ, τέλος, αυξάνει ο αριθμός των περιπτώσεων προβλημάτων υγείας που σχετίζονται με κάποια λιπαντικά (νιτρώδη και νιτρικά). Έτσι, μέσα από το βασικό στόχο της ανάλυσης που είναι η άριστη (ορθολογική) χρήση των λιπασμάτων, επιτυγχάνουμε μια σειρά στόχων υψηλότερης ίσως σημασίας του βασικού στόχου που είναι η ελαχιστοποίηση του κόστους παραγωγής, η μικρότερη επιβάρυνση του περιβάλλοντος και της υγείας άμεσα (νιτρώδη-νιτρικά), η διατήρηση των φυσικών πόρων (Σιμώνης, 1994) και η διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης της γεωργίας χωρίς τα προαναφερθέντα προβλήματα. Όμως, η ανάλυση του εδάφους είναι μόνον η αρχή του προβλήματος.

Η Δειγματοληψία Εδαφικών Δειγμάτων

Το δείγμα του εδάφους που θα αναλυθεί πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικό. Να εμφανίζει δηλαδή τη γενική εικόνα του χωραφιού. Για να πετύχουμε αντιπροσωπευτικό δείγμα εδάφους εργαζόμαστε ως εξής: Περπατάμε όλο το χωράφι για να διαπιστώσουμε μακροσκοπικά αν το έδαφος είναι ομοιογενές ή όχι, εξετάζουμε δηλαδή το χρώμα του εδάφους, την κλίση του, τη μηχανική του σύσταση (αμμώδες, αργιλώδες...) κ.λπ. Διαιρούμε το χωράφι σε ομοιογενή τεμάχια. Από κάθε ομοιογενές τεμάχιο παίρνουμε μερικά δείγματα εδάφους, ο αριθμός των οποίων εξαρτάται από τη συνολική έκταση του χωραφιού. Π.χ. από χωράφι έκτασης 5 στρεμμάτων παίρνουμε 10 περίπου δείγματα. Τα αναμιγνύουμε και από το μίγμα που θα προκύψει παίρνουμε ένα τελικό δείγμα βάρους περίπου 1 – 1,5 κιλού (αυτό θα στείλουμε στο εργαστήριο για εξέταση).
Βάθος δειγματοληψίας
α)  Για λαχανοκομικές-κηπευτικές καλλιέργειες παίρνουμε δείγματα από βάθος 0-30cm.
β)  Για δενδρώδεις καλλιέργειες-αμπέλια παίρνουμε δείγματα από βάθη:
       0-30 cm, 30-60 cm, και 60-90 cm.
Το δείγμα από κάθε βάθος τοποθετείται χωριστά σε πλαστική σακούλα στο επάνω μέρος της οποίας τοποθετείται ετικέτα με τα στοιχεία του δείγματος, δηλ. ονοματεπώνυμο, καλλιέργεια, ημερομηνία, περιοχή, έκταση και βάθος δειγματοληψίας.
Εποχή δειγματοληψίας
Δείγματα εδάφους παίρνουμε όλες τις εποχές του χρόνου. Θα πρέπει όμως να προτιμούμε το φθινόπωρο. Επίσης, θα πρέπει ν’ αποφεύγουμε τις περιόδους μετά από λιπάνσεις, έντονες βροχοπτώσεις ή καλλιεργητικές φροντίδες. Να αποφεύγουμε δειγματοληψία κοντά σε δρόμους, σπίτια, στα σύνορα του χωραφιού η σε χαρακτηριστικά σημεία, π.χ. νεροκρατήματα, σαμάρια κ.λ.π. Μην ξεχνάμε: Δείγμα από κάθε διαφορετικό ομοιογενές τεμάχιο του χωραφιού. Δείγμα ξεχωριστό από κάθε βάθος. Δεν αναμιγνύονται δείγματα από διαφορετικά βάθη. Αναμιγνύονται τα δείγματα που είναι ίδιου βάθους. Η δειγματοληψία από το βάθος 60-90 γίνεται, όταν πρόκειται για ανάλυση πριν την εγκατάσταση πολυετούς καλλιέργειας.
     Αποτυχία στη λήψη ενός δείγματος που είναι πραγματικά αντιπροσωπευτικό αλλά και αστοχία στην ερμηνεία της ανάλυσης θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε άστοχη λίπανση και κατά συνέπεια σε μη επιθυμητά αποτελέσματα στην παραγωγή. Αυτό όμως Σαιν σημαίνει ότι φταίει η ανάλυση του εδάφους. Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σταματήσουμε τις αναλύσεις.
    
Η κίνηση σε ένα ομοιογενές κομμάτι θα πρέπει να γίνεται εν ήδη ζικ ζακ και να πραγματοποιείται  δειγματοληψία απο αρκετά διαφορετικά σημεία



Όσον αφορά το πόσο συχνά θα πρέπει να δειγματοληπτείται ένα έδαφος, οι απόψεις διίστανται. Πρακτικό και ωφέλιμο όμως είναι η ανάλυση να γίνεται πάντοτε πριν την εγκατάσταση της νέας καλλιέργειας. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε πως ανάλογα με το καλλιεργούμενο είδος θα πρέπει, ή όχι, η ανάλυση του εδάφους να συνοδεύεται από φυλλοδιαγνωστική. Τα δενδρώδη ιδιαίτερα αλλά και οι θερμοκηπιακές καλλιέργειες είναι παραδείγματα ανάγκης στήριξης της υψηλής παραγωγής στο συνδυασμό των δύο τεχνικών.

Η μηχανική σύσταση

Τα εδάφη ανάλογα με το ποσοστό άμμου, ιλύος και αργίλου που περιέχουν κατατάσσονται σε ορισμένες κατηγορίες μηχανικής σύστασης. Η κατάταξη γίνεται με τη χρήση του συστήματος τριγωνικών συντεταγμένων του Αμερικάνικου Υπουργείου Γεωργίας. Με το σύστημα αυτό είναι δυνατή η κατάταξη ενός εδάφους σε μια από τις 12 συνολικά κατηγορίες μηχανικής σύστασης που ομαδοποιούνται ως εξής (Πολυζόπουλος, 1976):
Α.        Ομάδα ελαφρών εδαφών
         
1. Αμμώδη               (άργιλος 0-5%)                           
          2. Πηλοαμμώδη        (άργιλος 5-15%)                                                
            
Β.        Ομάδα μέσης σύστασης εδαφών
          3. Αμμοπηλώδη
          4. Πηλώδη
          5. Ιλυοπηλώδη,
          6. Ιλυώδη,              (για τα 3 έως και 9, άργιλος 15-35%)
          7. Αργιλοπηλώδη,
          8. Αμμοαργιλοπηλώδη,
          9. Ιλυοαργιλοπηλώδη
Γ.         Ομάδα βαρέων εδαφών
          10. Αμμοαργιλώδη,    (άργιλος 35-45%)
          11. Ιλυαργιλώδη        (άργιλος 35-45%)
          12. Αργιλώδη            (άργιλος πάνω από 45%)   

                         
Η αντίδραση του εδάφους (ρΗ)

Γενικά
•   Η οξύτητα του εδάφους διακρίνεται στην ανταλλάξιμο ή εφεδρική οξύτητα, που είναι το ποσό των προσροφημένων ιόντων Η++ και Αl+ από τα κολλοειδή της αργίλου και στην ενεργό οξύτητα που είναι το ποσό των ιόντων Η++ και Αl+ στο εδαφικό διάλυμα. Η χημική ισορροπία που υφίσταται μεταξύ τους (όπως με όλα τα κατιόντα της στερεής φάσης και του εδαφικού διαλύματος) έχει ως εξής:
          ανταλλάξιμος (εφεδρική) οξύτητα Û ενεργός οξύτητα.
          Η εφεδρική και η ενεργός οξύτητα συνιστούν την ολική οξύτητα.
• Το pH του εδάφους αναφέρεται στην ενεργό οξύτητα και συγκεκριμένα στον αρνητικό λογάριθμο της συγκέντρωσης ιόντων Η++ στο εδαφικό διάλυμα.
•   Είναι γνωστή η επίδραση που ασκεί το pH στα φυτά. Η επίδραση αυτή είναι έμμεση, μέσω της διαλυτότητας των θρεπτικών στοιχείων και των μικροοργανισμών που εμπλέκονται στη θρέψη των φυτών. Μόνο σε πολύ χαμηλά ή υψηλά pH είναι άμεση η επίδραση με τη συγκέντρωση στοιχείων σε τοξικές συγκεντρώσεις (H+, Al+, OH, Na+).

Τιμές και πιθανές επιπτώσεις
1.     pH < 5,0
α.   Έλλειψη βασικών συστατικών: Ca, Mg, Κ
β.   Διαλυτοποίηση μετάλλων σε τοξικές συγκεντρώσεις (Fe, Mn)
γ.            Τοξικότητα αργιλίου (ΑΙ) (pΗ = 4,7-4,8)
δ.   Δέσμευση του Ρ από ΑΙ3+, Fe+3
ε.             Έλλειψη Βορίου
στ.  Έλλειψη Μολυβδαινίου
2.     pΗ 5-6
α.   Μερική ή περισσότερη δέσμευση του Ρ
β.   Μειωμένη διαθεσιμότητα Ca, Mg, Κ      
γ.            Μειωμένη μικροβιακή δραστηριότητα (συσσώρευση ΝΗ4 ιόντων λόγω μη  
      μετατροπής σε ΝΟ3, όταν pΗ <5,5)
δ.   pH <5,5 πιθανή τοξικότητα Μn
ε.             pH <5,5 συγκέντρωση ΑΙ+ σε τοξικά επίπεδα
στ. pH <5,5 πιθανή έλλειψη Mo
3.     pH 6-7
α.   Το καλύτερο εύρος τιμών για την ανάπτυξη των φυτών
β.   Αύξηση μεγαλύτερη του 6,3-6,5, τότε απότομη μείωση του διαθέσιμου στα  
      φυτά βορίου
γ.            Το άριστο pH για τη νιτροποίηση είναι 6,5-7,8
4.     pH 7-8,4
α.   7-8,4 ύπαρξη ανθρακικών αλάτων
β.   Μέχρι 7,2 περιορισμένες επιπτώσεις       
γ.            Αυξανομένης της τιμής προς το 8,4, δέσμευση των μετάλλων και του Ρ από το  
      CaCO3
5.     pH > 8,4
Συνήθως είναι προβληματικά λόγω αλκαλίωσης.
Καταβύθιση Ca, Mg σαν αδιάλυτα CaCO3 και MgCO3.
6.     Χαρακτηρισμοί


Πολύ ισχυρώς όξινο
– 4,5
Ισχυρώς όξινο
4,5 – 5,2
Μέσο
5,3 – 6,5
Ελαφρώς όξινο
6,6 – 6,9
Ουδέτερο
7,0
Ελαφρώς αλκαλικό
7,1 – 7,5
Μέσο
7,6 – 8,2
Ισχυρώς αλκαλικό
8,3 – 9,0
Πολύ ισχυρώς αλκαλικό
    9,0 –

Αύξηση ρΗ
      Ο προσδιορισμός της ποσότητας του CaCO3 που απαιτείται κατά τη βελτίωση ενός όξινου εδάφους γίνεται με την καμπύλη ογκομέτρησης του εδάφους με μια βάση ή με εξισορρόπηση με CaCOστο εργαστήριο. Έτσι λοιπόν το εργαστήριο είναι αυτό που θα μας προσδιορίσει την ποσότητα του ανθρακικού ασβεστίου που πρέπει να προστεθεί ώστε να ανεβεί στο επιθυμητό ύψους το ρΗ του χωραφιού μας.
      Σύμφωνα με έρευνα των Τσαντήλα, Σαμαρά, Δημογιάννη και Χουλιάρα (1994) επί όξινου γεωργικού εδάφους Alfisol, σε περιοχή ρΗ από 4, 3 - 6, 0 και για αύξηση κατά μία μονάδα απαιτούνται  100 kgCaO ανά στρέμμα, σε περιοχή ρΗ από 6,0 - 7,0 απαιτούνται 200 kg /στρ. και σε περιοχή ρΗ 7,0 8,0 απαιτούνται 400 kg/στρ. για την αύξηση κατά μία μονάδα, αντίστοιχα.
      Τα τέλη φθινοπώρου είναι πιθανόν η καλύτερη εποχή για την ασβέστωση, καθώς ακολουθούν οι βροχοπτώσεις του χειμώνα και θα επιτευχθεί έτσι καλύτερα η εξουδετέρωση της όξινης αντίδρασης. Η προσθήκη Ca(0Η)2 ή CaO δύο ή τρεις εβδομάδες πριν την σπορά πρέπει να αποφεύγεται, καθώς η πιθανότητα πρόκλησης ζημιών είναι υψηλή. Τα υλικά πρέπει να διανέμονται ομοιόμορφα στην επιφάνεια και να ενσω­ματώνονται σε βάθος. Εκεί όπου το ρΗ είναι <5 θα πρέπει η προσθή­κη να γίνει σε 2-3 δόσεις, ώστε να αποφευχθεί η απότομη αύξηση του ρΗ που μπορεί να βλάψει τα φυτά.
      Επίσης, θα πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση αμμωνιακών λιπασμάτων αμέσως μετά την ασβέστωση, καθώς οι απώλειες αζώτου θα είναι υψηλές (Σαχάμπι, 1994).

Ποσότητες CaCO3 (σε kg/στρ.) που απαιτούνται για την αύξηση ρΗ σε βάθος 20 cm

Μεταβολή ρΗ
Βάθος 20 cm
Άμμος
Kg/στρ
    Άμμος     
    Πηλός
    Kg/στρ
    Πηλός
Kg/στρ
Ιλύς  Πηλός
Kg/στρ
Άργιλος Πηλός
Kg/στρ
Τύρφη
Kg/στρ
4,0-6,5
295
568
795
954
1136
2158
4,5-6,5
250
477
659
795
954
1840
5,0-6,5
204
386
522
636
750
1431
5,5-6,5
136
295
386
454
522
977
6,0-6,5
68
159
204
250
273
499
Πηγή: Παπαστελλάτος, 1992.
Εάν αντί CaCO3 χρησιμοποιηθεί CaO (άσβηστη άσβεστος), οι ποσότη­τες αυτέςπολλαπλασιάζονται με 0,56 και, αν χρησιμοποιηθεί το Ca(0Η)(υδροξείδιο του ασβεστίου - σβησμένη άσβεστος), πολλαπλασιάζονται με 0,74.

Αλατότητα-Αλκαλικότητα

              Φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά των αλατούχων και αλκαλιωμένων εδαφών

Κατηγορίες
ΕCχ103 σε 25 °C
Εκχυλίσματος
κορεσμού
E.S.P
ρΗ
(πολτού)


Δομή
Αιτία πρόκλησης
Βλαβών
στις καλλιέργειες
Αλατούχα
>4
<15
<8,5
κοκκώδηςεύθρυπτος
Υψηλή οσμωτικήπίεση ελαφρούδιαλύματος- κάπο­τε και περίσσειαβορίου
ΑλατούχαΑλκαλιωμένα
>4
>15
<8,5
κοκκώδηςεύθρυπτος
Ομοίως
Μη Αλατούχα -Αλκαλιωμένα
<4
>15
>8,5
«ογκώδης»
(ΠΊ3$$ίν6)
Ακατάλληλη δομή.Συχνά ισχυρώςαλκαλική αντίδρα­ση και παρουσίατου τοξικού ιόντος 00§

Πηγή: Πολυζόπουλος, 1976.


Τα προβληματικά (παθογενή) εδάφη διακρίνονται σε: Αλατούχα. Χαρακτηρίζονται τα εδάφη των οποίων η EC του εκχυλίσματος κορεσμού είναι μεγαλύτερη ή ίση με 2 mmhos/cm (κατά άλλους EC ≥4 mmhos/cm), η ESP <15% και συνήθως pΗ <8,5. Τα εδάφη αυτά περιέχουν κυρίως χλωριούχα και θειικά άλατα του Na, Ca και Mg.Αλκαλιωμένα. Χαρακτηρίζονται τα εδάφη με EC <4 mmhos/cm, ESP >15% και pΗ, συνήθως, 8,5-10. Έχουν κακές φυσικές ιδιότητες και κυρίως φτωχό αερισμό και μειωμένη υδατοπερατότητα. Αλατούχα-Αλκαλιωμένα. Χαρακτηρίζονται τα εδάφη με EC >4 mmhos/cm, ESP >15% και συνήθως pH <8,5.

                                         Τιμές ηλεκτρικής αγωγιμότητας


•  Αιώρημα 1:2

<0,5 ή 500 μS
= Χαμηλή
0,5-1,5 ή 500-1500 μS
= Ικανοποιητική
1,5-2,25 ή 1500-2250 μS
= Υψηλή
> 2,250 ή 2250 μS
= Πολύ Υψηλή
•  Αιώρημα 1:5

<0,3 ή 300 Μs
= Χαμηλή
0,3-0,65 ή 300-650 Μs
= Ικανοποιητική
0,65-1 ή 650-1000 μs
= Υψηλή
>1ή >1000μs
= Πολύ Υψηλή

                    •  Σύμφωνα με τον Κουκουλάκη (1993) ισχύουν:

                   <1 mmhos/cm στους 25 °C   = Κανονική
                      
1,1-1,5                               = Μέτρια
                        1,6-3,0                             = Υψηλή
                   >3                                         = Πολύ Υψηλή

  

Βελτίωση Αλατούχων
      Κατασκευή στραγγιστικού δικτύου (υπόγειες σωληνώσεις ή όρυγμα στα 2 μέτρα, τουλάχιστον) με στόχο να χαμηλώσει η υπόγεια στάθμη του νερού, ώστε να μην υπάρχει τριχοειδής ανύψωσης και εκ νέου αλάτωση του εδάφους. Όταν υπάρχει πρόβλημα (πλησίον ποταμού π.χ.) στο κατώτερο σημείο του χωραφιού ανοίγουμε κεντρικό συλλεκτήρα και με τη βοήθεια αντλίας προωθούμε τα αποστραγγιζόμενα ύδατα σε κανάλι.
      Όπου χρειάζεται, γίνεται ισοπέδωση του εδάφους, επειδή υπερυψωμέ­να σημεία αποτελούν εστίες συσσώρευσης αλάτων. Αν η περιοχή δεν είναι κατακλυσμένη από νερά, η ισοπέδωση μπορεί να γίνει και πριν από την κατασκευή του στραγγιστικού δικτύου. Βέβαια, υπάρχει ο κίν­δυνος να έρθει στην επιφάνεια διάστρωση εδάφους, με ανεπιθύμητες ιδιότητες.
      Με την ισοπέδωση και την κατασκευή του στραγγιστικού μειώνεται η υπόγεια στάθμη και αρχίζει η έκπλυση των αλάτων. Οι ποσότητες του νερού που θα χρειαστούν, ίσως, εξαρτώνται από τη διηθητικότητατου εδάφους. Δε θα πρέπει η παροχή να ξεπερνά τη διήθηση, γιατί στην αντίθετη περίπτωση δύναται να υπάρξει εξάτμιση και συνεπώς συμπύ­κνωση αλάτων. Συνεπώς, θα πρέπει να αποφεύγονται οι θερμοί μήνες για βελτίωση, επειδή τότε η εξάτμιση είναι μεγάλη.
      Εφόσον επιτευχθεί η βελτίωση, θα πρέπει να τηρούνται τα εξής:
α. Εάν η υπόγεια στάθμη παραμένει σχετικά ψηλά, τότε οι αρδεύσεις θα πρέπει να είναι συχνές και με λίγο νερό.
β. Να αποφεύγεται η υπεράρδευση.
γ. Συστηματική παρακολούθηση και φροντίδα του στραγγιστικού δικτύ­ου και
δ. Τέλος, περιοδική καταστροφή των ζιζανίων στους στραγγιστικούς τάφρους Πηγή: Μισοπολινός, 1991.

Βελτίωση Αλατούχων-Νατριωμένων και Νατριωμένων

      Στην περίπτωση των ανώτερων εδαφών απαιτείται ισοπέδωση και δημι­ουργία λεκανών με αναχώματα. Ξεκινάμε με δοκιμαστικές λεκάνες δια­στάσεων 6x6 μέτρων και μετά την επιλογή της κατάλληλης μεθόδου και εδαφοβελτιωτικού η περιοχή διαμορφώνεται σε λεκάνες με διαστάσεις που ποικίλλουν από 9 χ 40 m., 30 χ 100 mκ.λπ.
      Βελτίωση των ανώτερων εδαφών σημαίνει απομάκρυνση των υδατοδιαλυτών αλάτων, εναλλαγή του Νa+ της εναλλακτικής φάσης με Ca++ και απομάκρυνση των διαλυτών αλάτων του Νa+ (ΝaCl, Νa2S04, ΝaΗC03) με έκπλυση. Αυτή είναι δυνατόν να γίνει σε δύο φάσεις. Πρώτα απομα­κρύνονται τα άλατα (βλέπε βελτίωση αλατούχων εδαφών) και ακολουθεί εναλλαγή του Νa+ με Ca++ με τη χρήση εδαφοβελτιωτικού και έκπλυ­ση. Όμως, με τη χρήση αλατούχου νερού οι δύο φάσεις (διεργασίες) μπορούν να προχωρήσουν παράλληλα και είναι η συνηθέστερη, για τα ανωτέρω εδάφη, μέθοδος.
       Για την αντικατάσταση του εναλλακτικού Νa+ σαν πηγές Ca++ χρησι­μοποιούνταιCaCO3CaSO4CaCl2S και FeSO4Πηγή: Μισοπολινός, 1991.

Οργανική ουσία

Μαζί με την περιφερειακή στράγγιση είναι τα δυο σημαντικότερα μέτρα που θα πρέπει να λαμβάνονται κατά το ξεκίνημα της νέας καλλιέργειας. Η τιμή της οργανικής ουσίας στο έδαφος μετά από ανάλυση θα πρέπει να είναι 3-5% για τις ανοικτές καλλιέργειες και 5-8 % στα θερμοκήπια. Προστατεύει την δομή του εδάφους και στηρίζει την ανάπτυξη των ωφέλιμων μικροοργανισμών.

Άζωτο 

Τιμές αζώτου – βιβλιογραφικές αναφορές
• Επιθυμητή συγκέντρωση στο εδαφικό διάλυμα είναι αυτή των 100-120 ppm και μέγιστη παραγωγή με υδροπονία με 200 ppm ενώ > 200 ppm όχι αύξηση της παραγωγής με Ν03-Ν.

Μεγάλων Καλλιεργειών
Πολύ χαμηλή
0-3      ppm
Ν03
Ανεπαρκής
4-10

Μέση
11-20

Επαρκής
21-40

Υπερεπαρκής
> 40
θερμοκηπίων
Πολύ Χαμηλή
0-10
Ν03
Ανεπαρκής
11-20

Μέση
21-25

Επαρκής
26-40

Υπερεπαρκής
> 40
Πηγή: Κουκουλάκης, 1991.
      Σύμφωνα με τον Κεραμίδα (1989) επάρκεια με 100-200 mg/100 g.
      Οι Μπλαδενόπουλος, Γκατζιάνας και Σιμώνης (1990), σε πειραματική καλλιέργεια αραβοσίτου διαπίστωσαν ότι, όταν η συγκέντρωση του ανόργανου αζώτου (ΝΟ3-Ν + ΝΗ4-Ν) είναι πάνω από 10 mg/100 g εδάφους, δε διαφοροποιούνται οι αποδόσεις. Σε τιμές 5-10 mg/100 g εδάφους επηρεάζονται τόσο η απόδοση όσο και οι άλλοι παράμετροι και, όταν η συγκέντρωση είναι κάτω από 5 mg/100 g εδάφους, τότε η απόδοση μειώνεται σημαντικά.
      Σύμφωνα με τους Κουκουλάκη, Πασχαλίδη και Λίγκο (1994), η παρου­σία στο έδαφος σε βάθος 0-30 εκ. περισσότερο από 50 ppm ΝΟ3-Ν αποτελεί ένδειξη επάρκειας του υπόψη μακροθρεπτικού και επομένως η εφαρμοζόμενη ποσότητα αζώτου θα πρέπει να είναι μικρότερη της άριστης δόσης που συνίσταται για ορισμένη περιοχή για τη βαμβακοκαλλιέργεια.

•   Επίπεδα Ολικού Αζώτου στο έδαφος  (Πηγή: Παπαστελλάτος, 1992).


Ολικό άζωτο %
<0,1
    έδαφος πτωχό σε Ν2

0,1-0,15   =
»     μέτρια εφοδιασμένο

0,15-0,2   =
»     κανονικά     »

0, 20-0, 30 =
»     καλά          »

>0, 30
»     πλούσιο      »
Χούμος = 5% σε Άζωτο. Έστω χωράφι με 2% οργανική ουσία άρα 1 % οργανικό Ν2 και στο στρέμμα 400 κα Ν2. Εάν ανοργανοποιείται το 2%, τότε έχουμε 8 κg/στρέμμα (ανόργανο)

•  Σύμφωνα με πολυετή πειράματα που διεξήγαγε η Ε.Β.Ζ (Πηγή: Μουρκίδης, 1982).


ΝΟ3-Ν ppm 0-60 cm
Συνιστώμενη προσθήκη Ν
Αναμενόμενη αύξηση
Σακχάρου kg/στρ.
0-3
18
650-500
4-7
12
300-145
8-12
6
90-20
>12
0
πιθανή μείωση


Φώσφορος

Τιμές – βιβλιογραφικές αναφορές  

•  Σύμφωνα με τους Έλληνες ερευνητές σε όλα, κατά Olsen, τα εδάφη

< 10 ppm
Φτωχά
10-15 ppm
Μετρίως
> 15 ppm
Καλώς

    κάτω από 12 ppm συνιστάται η προσθήκη 10-15 μονάδων ανά στρέμμα ανάλογα με    
    την επικείμενη καλλιέργεια.

•  Σύμφωνα με πειράματα της Ε. Β. Ζ. ο εδαφικός Ρ σε σχέση με την άργι­λο και τη συνιστώμενη    
    λίπανση έχει ως εξής: (Πηγή: Μουρκίδης, 1982.)

 (ppm)
Συνιστώμενη λίπανση σε Ρ205
Αναμενόμενη αύξηση
σακχάρου σε kg/στρ.
£ 10 ppm Άργιλος μέχρι 35%
12
140
£ 10 ppm Άργιλος > 35%
8
90
10,1-20 ppm
4-6
40
>20
-
              -20


•   Οι Χάρδας και Καραγιάννη-Χρήστου (1992) αναφέρουν ότι η περιεκτι­κότητα του   
     εδάφους σε Ρ για τον αραβόσιτο ήταν επαρκής, όταν ο, κατά Olsen, φώσφορος
     ήταν > 13 ppm.

 •  Σύμφωνα με τον Κουκουλάκη (1992) - κατά Olsen:

Μεγάλες καλλιέργειες
   0-5       ppm
Πολύ χαμηλή
και δενδρώδη
   6-15
Ανεπαρκής

  17-25
Επαρκής

  25-45
Υπερεπαρκής

θερμοκήπια
   0-10     ppm
  10-25  
  26-30 
  30-50
Πολύ χαμηλά Ανεπαρκής Επαρκής Υπερεπαρκής


Κάλιο

Τιμές – βιβλιογραφικές αναφορές
·   Κατά Μπονάτσο καλή, όταν > 0,5 me/100 g .
·   Κατά Παναγιωτόπουλο > 100 ppm επαρκώς εφοδιασμένο έδαφος.

•  Μέθοδος οξικού αμμωνίου (Κουκουλάκης, 1991).

             Μεγ. καλλιέργειες και δενδρώδη
         Πολύ χαμηλή       <0-50    ppm
         Ανεπαρκής          50-100   
         Μέτρια             100-150
         Επαρκής           150-250   
                       Πολύ υψηλή           >250    
              Θερμοκηπίων
         Πολύ χαμηλή          0-100     ppm
         Ανεπαρκής             100-150
        Μέτρια επαρκής    150-200
        Επαρκής              200-300
        Πολύ υψηλή           >300    

·    επάρκεια καλίου όταν το εναλλακτικό 100-150 ppm και περισσότερο ανάλογα με την
      περιεκτικότητα του εδάφους σε άργιλο.
·    η σχέση K: Mg θα πρέπει να είναι
               < 5:1 για σιτηρά και ετήσιες καλλιέργειες
                 3:1 για κηπευτικά και ζαχαρότευτλα
                 2:1 για θερμοκηπιακές καλλιέργειες και οπωροφόρα
·    Και Ca : Mg < 7:1

·    Σε εδάφη με CaCO3 αντιστοιχούν 10 mg K2O για κάθε ποσοστιαία μονάδα αργίλου. Έτσι σε έδαφος με 25% άργιλο το επιθυμητό επίπεδο ανταλλαξίμου K2O είναι 25χ10=250 mg/kg or ppm. ενώ σε εδάφη χωρίς CaCO3 το επιθυμητό K2O καθορίζεται ως εξής:

% άργιλος
Επιθυμητό Κ
< 10
100 ppm
10-25 (x8)
80-200
25-35 (x7)
175-245
> 35   (x6)
210
    

Ασβέστιο

Τιμές ασβεστίου – Βιβλιογραφικές αναφορές
      Σύμφωνα με Αλεξιάδη (1980) καλή, όταν 10-15 me/100 g εδάφους.
      Σύμφωνα με Μπονάτσο (1992) καλή, όταν 1% CaCO3, me/100 g εδάφους και 40%
     C.E.C.
      40 ppm για εδαφικό διάλυμα και 100 ppm για υδροπονία, τα επίπεδα επάρκειας.
      Γενικά το ανταλλάξιμο Ca++ είναι ικανοποιητικό, όταν βρίσκεται σε ποσο­στό 60-80% της Ι. Α. Κ. (σε meg/100 g εδάφους). Όταν το Ca++<10 meg/100 g εδάφους, μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη Ca στο έδαφος (Παπαστελλάτος, 1992).
      Σύμφωνα με τον Κεραμίδα (1989) οι ελλείψεις του στοιχείου αυτού είναι πιθανότερες σε ισχυρώς όξινα εδάφη (ΡΗ<5) και όταν η αναλογία του ανταλλάξιμουCa++ ως προς τα άλλα ανταλλάξιμα κατιόντα κατέλθει του 30%, ή σε ισχυρώς αλκαλιωμένα εδάφη με βαθμό αλκαλίωσης >40 ή 50%.


Ανθρακικό ασβέστιο

·   Όταν CaCO3>50%, τότε συχνές λιπάνσεις με Ρ και διαφυλλικές με ιχνοστοιχεία λόγω  
     πιθανής δέσμευσης τους.
·   Η ύπαρξη CaCO3 σημαίνει ρΗ 7-8.4
·   Όταν το συνολικό CaCO3 σε g% είναι:

<0,5
ανεπαρκής
  0,5-2.0
μέτρια
 2-20
καλή
 20-40
πολύ
>40
ασβεστούχα

·   Όταν το ενεργό CaCO3 σε g% είναι:

<7,5
κατάλληλα
7,5-12
πιθανή πρόκληση χλωρώσεων
>12
επικίνδυνα εδάφη

·   Σύμφωνα με τον Κουκουλάκη η συγκέντρωση του CaCO3 σε g% είναι
               
                           Χαμηλή        0-2%
                            Μέση       2-4%
                         Υψηλή        >4%

       Ευεργετική η παρουσία του, όταν είναι μέχρι 2%
       Εδάφη που περιέχουν CaCO3 σε ποσοστό μεγαλύτερο από 10% χαρα­κτηρίζονται σαν ασβεστούχα.
·   Τα προβλήματα που μπορεί να εμφανιστούν στα εδάφη αυτά είναι τα εξής:

     α.   Σχηματισμός κρούστας στην επιφάνεια του εδάφους
     β.   Δημιουργία σκληρού στρώματος στο υπέδαφος
     γ.   Μικρή διαθεσιμότητα Ρ
     δ.   Μικρή διαθεσιμότητα ιχνοστοιχείων
     ε.   Προβλήματα διαθεσιμότητας του Μα και Κ και
     στ. Τέλος, τα εδάφη αυτά έχουν μικρή ικανότητα συγκράτησης υγρασίας.
          (Μισοπολινός, 1991)


Μαγνήσιο

      Σύμφωνα με Μπονάτσο (1991) καλή, όταν 0,8 me/100 g σε C.E.C  >6%.
      Σύμφωνα με τους Κουκουλάκη & Παπαδόπουλο (2001) ένα καλό επίπεδο είναι τα 0.6 meq / 100 gr εδάφους.
      Σύμφωνα με Αλεξιάδη καλή, όταν 3-5 me/100 g εδάφους. (Σε εδάφη με ρΗ>8.5 και <0,2 me/100 g πιθανή έλλειψη).
      Υποδηλώνουν επάρκεια: 10-15% της C.E.C ή 50-70 ppm εναλλακτικού Mg ή Εναλλακτικό Ca/εναλλακτικό Mg <7 (Κουκουλάκης, 1992).
      Σύμφωνα με τον Σιμώνη (1990), προσθήκες Mg συνιστώνται για όλες τις καλλιέργειες που αναπτύσσονται σε εδάφη με περιεκτικότητα σε εναλλακτικό Mgμικρότερη από 25 ppm και για ευαίσθητες καλλιέργει­ες στο Mg, όταν η περιεκτικότητα σε εναλλακτικό Mg είναι μικρότερη από 50 ppm.
      Όρια επάρκειας μαγνησίου (σε ppm), ανάλογα με την περιεκτικότητα των εδαφών σε άργιλο (Σαχάμπι, 1994).

             Χαρακτηρισμός                         Περιεκτικότητα του εδάφους σε άργιλο (%)

10
20
30
40
50
60
Χαμηλή
<30
<40
<50
<60
<70
<80
Χαμηλή-ικανοποιητική
30-50
40-65
50-88
60-100
70-120
80-140
Ικανοποιητική
51-88
66-120
89-165
101-200
121-250
141-270
Υψηλή
>88
>120
>165
>200
>250
>300


•   Εκτίμηση του ανταλλάξιμου Mg σε σχέση με την C.E.C (σε meg/100 g εδάφους)

Επίπεδα
Ανταλλάξιμο Mg χ 100 / C.E.C
Πολύ Χαμηλή
<5%
Χαμηλή
5,1-7%
Μέση
7,1-9%
Ικανοποιητική
9,1-12%
Πολύ Υψηλή
> 12%
•  Σχέσεις Κ/Μg
<5:1   για σιτηρά και ετήσιες καλλιέργειες
   3:1   για κηπευτικά και ζαχαρότευτλα
   2:1   για θερμοκηπιακές καλλιέργειες και οπωροφόρα

      Η ιδανική σχέση Ca / Mg είναι η 7:1
      Το εναλλακτικό Mg πρέπει να είναι £ 100-120 ppm.


Σίδηρος

·   Σύμφωνα με Κεραμίδα εκχύλιση με DTPA και κρίσιμο όριο τα 4,5 ppm.
·   Σύμφωνα με τον Κουκουλάκη (1992) (δια DTPA)
         Πολύ χαμηλή   0-3    ppm
         Ανεπαρκής        4-11
         Επαρκής          12-14
         Πολύ υψηλή       25-50 
         Υπερεπαρκής    > 50  

       Συνθήκες που ευνοούν την έλλειψη Fe

•    Η υψηλή περιεκτικότητα των εδαφών σε ασβέστιο.
•    Τα ελεύθερα ανθρακικά ή διτανθρακικά στο εδαφικό διάλυμα.
•    Οι χαμηλές θερμοκρασίες που περιορίζουν την ανάπτυξη των ριζών.
•    Το σοκάρισμα των φυτών από νηματώδη, ζιζανιοκτόνα κ.λπ.
•    Οι υψηλές τιμές νιτρικού αζώτου, μόνου του ή σε συνδυασμό με ανθρακικά,  
      διτανθρακικά ή φώσφορο.
•     Οι υψηλές τιμές χαλκού, νικελίου, και κοβαλτίου σε συνδυασμό με χαμηλή    
      περιεκτικότητα σε σίδηρο.
•    Η υπερβολική εδαφική υγρασία
•    κακός αερισμός.


Ψευδάργυρος

•   Όρια επάρκειας Ζη σύμφωνα με τον Σαχάμπι (1994) σε ppm (Δια DTPA):

Πολύ χαμηλό
<0,5
Χαμηλό
0,5-1,0
Μέτριο
1,1-3,0
Υψηλό
3,1-6,0
Πολύ υψηλό
>6,0
•   Οι συνιστώμενες δόσεις εξαρτώνται από την καλλιέργεια και κυμαίνο­νται μεταξύ 0,5  
     και 1 kg/στρ. (Κεραμίδας, 1989) ενώ η κρίσιμη συγκέ­ντρωση (δια DTPA) είναι 0,8ppm.
•   Σύμφωνα με τον Κουκουλάκη (1991) (δια DTPA):
                                   < 1,0   ppm      Ανεπαρκής
                                   1,1-2,0              Επαρκής
                                    > 2,1              Υπερεπαρκής


Μαγγάνιο 

•   Δια DTPA κρίσιμη συγκέντρωση το 1 ppm (Κεραμίδας, 1989).
•   Σύμφωνα με τους Katyal and Randhawa (1983), ένα έδαφος θεωρείται φτωχό σεMn  
     όταν εκχύλιση με 1 Ν οξικού αμμωνίου ρΗ = 7,0 δίνει λιγό­τερο από 3,5 ppm
     εκχυλίσιμου Μη (ανταλλάξιμο και υδατοδιαλυτό).
•   Σύμφωνα με τον Σαχάμπι (1994), τα όρια επάρκειας (σε ppm) είναι:
     Πολύ χαμηλό     <0-4
     Χαμηλό              4-8
     Μέτριο               9-12
      Υψηλό            13-30
             Πολύ υψηλό        >30 (Δια DTPA)


Χαλκός

      Σύμφωνα με τον Κεραμίδα (1989) (δια DTPA) κρίσιμη συγκέντρωση τα 0,2 ppm.
      Σύμφωνα με τον Κουκουλάκη (1992) (δια DTPA)

                        Πολύ χαμηλή        <0,3     ppm
                    Ανεπαρκής      0,3-0,8  
                     Επαρκής        0,9-1,5
                    Υπερεπαρκής       1,6-3,0

•  Όρια επάρκειας σύμφωνα με τον Σαχάμπι (1994), σε ppm.
                Πολύ χαμηλό       <0,3
                Χαμηλό          0,3-0,8
                Μέτριο           0,8-1,2
                 Υψηλό          1,3-2,0
                Πολύ υψηλό          >2,0


Βόριο

•   Σύμφωνα με τον Κουκουλάκη (1991) (Δια DTPA)
      <0,3 ppm     πολύ χαμηλή
      0,3-0,45          ανεπαρκής
       0,46-1,0            επαρκής
            >1,0            υψηλή
•   Ανεπάρκεια:
      <0,30 ppm   για ουδέτερα και αλκαλικά εδάφη
      <0,80           για ασβεστούχα
             >0,80           στο εδαφικό διάλυμα, για να θεωρούνται επαρκώς εφοδιασμένα
•   Σύμφωνα με τον Κεραμίδα (1989) (δια ζέοντος ύδατος) κρίσιμο όριο το 0,5-1,0ppm   
     και περίσσεια όταν >2 ppm.
•   Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Εδαφολογίας Θεσσαλονίκης, όριο επάρκειας τα 0,5 ppm  
    (μέθοδος κουρκουμίνης) για όλα τα εδάφη.
•   Οι Αυλωνίτης, Ταλάνη, Μπαρμπαγιάννης και Κεραμίδας (1992) μετά από σχετική  
     έρευνα διαπίστωσαν ότι το κρίσιμο όριο αφομοιώσιμου βορίου κυμαινόταν από 0,35 -  
     0,75 μg/g εδάφους για το ζέον ύδωρ και το 0,01 Μ CaCl2, ενώ για το μίγμα  
     μαννιτόλης - CaCl2 ήταν μεταξύ 2,5 και 3 μg Β/g εδάφους.
•   Οι Smith and Clark (1988), αναφέρουν (όπως αναφέρεται από τον Τσαντήλα και Συνεργάτες, 1992), ότι συγκεντρώσεις εδαφικού βορίου μεγα­λύτερες από 0,5 ppmπροκαλούν τοξικές συγκεντρώσεις στα φύλλα της ακτινιδιάς, ενώ για τα ανθεκτικά στο βόριο φυτά, το όριο είναι γύρω στο 1,0 ppm.
•   Όρια επάρκειας Β σύμφωνα με το Σαχάμπι (1994) σε ppm.
      Πολύ χαμηλό    <0,4
      Χαμηλό          0,4-0,7
      Μέτριο           0,8-1,2
       Υψηλό           1,3-2,0
               Πολύ υψηλό     >2,0    (Δια ζέοντος ύδατος)

•   Οι συνιστώμενες δόσεις για μη απαιτητικές καλλιέργειες (βαμβάκι) είναι 20-100
     g/στρ., ενώ για απαιτητικές (μηδική, τεύτλα) είναι 200-300 g/στρ. (Κεραμίδας,    
     1989).


Μολυβδαίνιο

Σύμφωνα με τον Κουκουλάκη (1991), με την μέθοδο του οξαλικού αμμωνίου η επάρκεια κυμαίνεται στα 0.02 – 0.4 ppm ενώ για την τομάτα όταν η συγκέντρωση στο εδαφικό διάλυμα είναι 0.7 ppm τοτε πιθανόν να έχουμε τροφοπενία.


Χλώριο

      Υπάρχει στο έδαφος σε οργανική μορφή ή με τη μορφή αλάτων. Τα ιόντα Cl- δεν προσροφούνται από τα κολλοειδή της αργίλου ή το χούμο, με αποτέλεσμα την εύκολη απομάκρυνση τους με έκπλυση.
      Προσθήκες χλωρίου στο έδαφος έχουμε:

-       με το νερό της βροχής
-       με τα σταγονίδια που παρασύρονται από θάλασσες με τη βοήθεια των ανέμων
-       με το νερό της άρδευσης
-       με τα λιπάσματα

      Ιδιαίτερη σημασία έχει το περιεχόμενο στο νερό της άρδευσης χλώριο. Υψηλά επίπεδα χλωρίου οδηγούν στη δημιουργία αλατότητας και στη συγκέντρωση του Cl-σε τοξικά επίπεδα.
      Έλλειψη Cl- σπάνια συμβαίνει, αντίθετα η περίσσεια είναι περισσότερο συχνή και διορθώνεται με:

-       Χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων νερού καλής ποιότητος
-       Αποφυγή χρήσης νερού υψηλής συγκέντρωσης σε χλώριο
-       Περιορισμένη χρήση αμμωνιακού αζώτου, γιατί, σύμφωνα με τους Μπούρμπο και Σκουντριδάκη (1990), επιδεινώνουν την περίσσεια Cl-.


Νάτριο

•   Είναι συνυφασμένο με τη διασπορά και καταστροφή των κολλοειδών της αργίλου   
     (αλκαλιωμενα εδάφη) και η είσοδος του στο έδαφος γίνεται κύρια με το νερό της   
     άρδευσης.
•    Ποσοστό Εναλλακτικού Νατρίου - ESP
                                       
                                       ESP = (Νa+/ Νa+ + Κ++ Ca++ + Mg++) χ 100

Τιμές  ESP
Χαρακτηρισμός εδάφους
<15%
κανονικό
15-25
ελαφρώς αλκαλικό
25-35
ισχυρώς αλκαλικό
>35%
λίαν ισχυρώς αλκαλικό

•   Η συγκέντρωση του Νa θεωρείται καλή, όταν κυμαίνεται από ίχνη έως 0,2 me/100g    
    εδάφους.
•   Η τοξικότητα του Νa μειώνεται με την παρουσία Ca στο εδαφικό διάλυ­μα, μικρές  
     συγκεντρώσεις τη μειώνουν, ενώ μεγάλες την εμποδίζουν.


Επίλογος


Η ορθολογιστική χρήση των λιπασμάτων είναι επιβεβλημένη περισσότερο από ποτέ. Τα νιτρικά έχουν συσχετισθεί με τον καρκίνο του στομάχου, ο φωσφόρος με τον ευτροφισμό και μερικά βαριά μέταλλα με νευροεκφυλιστικές νόσους.  Όμως η ρύπανση του περιβάλλοντος και η ανθρώπινη υγειά δεν είναι οι μόνοι λόγοι για την ορθολογιστική χρήση των λιπασμάτων, η ορθολογιστική λίπανση είναι σε θέση να εξασφαλίσει ποιοτικά προϊόντα κάτι που σε καμία περίπτωση δεν γίνεται με την αλόγιστη και καταχρηστική λίπανση.


Φάνης Α. Τσαπικούνης
Συγγραφέας
Πτυχιούχος Τμήματος Γεωπονίας ΑΠΘ
Διδάκτωρ Τμήματος Βιολογίας ΠΠ
Πηγή>http://better-greece.blogspot.gr/

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΦΥΤΟΠΑΘΟΓΟΝΩΝ ΕΔΑΦΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΗΛΙΟΘΕΡΜΑΝΣΗ - ΗΛΙΟΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για Ηλιακή απολύμανση φωτο

Γενικά  Συνιστά την καλύτερη εναλλακτική λύση για την αντιμετώπιση των φυτοπαθογόνων εδάφους στα θερμοκηπιακά εδάφη στην χώρα μας χάρη στην ηλιοφάνεια και ειδικότερα στην ένταση του φωτός κατά τους θερινούς μήνες. Η απολύμανση που συντελείται στηρίζεται στην ανύψωση της θερμοκρασίας του εδάφους, και συγκεκριμένα στην ανύψωση της θερμοκρασίας του νερού που έχει προστεθεί, που έχει σαν αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος των παθογόνων να καταστρέφεται ενώ οι ωφέλιμοι μικροοργανισμοί που στο σύνολο τους είναι θερμοανθεκτκοί να επιζούν. Εδάφη  στα οποία εφαρμόζεται για μερικά χρόνια η ηλιοθερμανση συνεπικουρούμενα από οργανική ουσία τείνουν να γίνουν ανθεκτικά σε παθογόνους μικροοργανισμούς.  Τα παθογόνα του εδάφους Νηματώδεις, βακτήρια, μύκητες, ιούς και ακάρεα συναντάμε κυρίως στο έδαφος και ειδικά στη ριζόσφαιρα. Πολλά από αυτά προκαλούν σημαντικές έως ολικές καταστροφές στις μεγάλες καλλιέργειες και το θερμοκήπιο. Οι νηματώδεις είναι σκωληκόμορφοι οργανισμοί μήκους 0.3 έως 8 χιλιοστά και ανήκουν κυρίως στα γένη Meloidogyne, Pratylenchus, Ditylencus και Aphelenchoides και προσβάλλουν πάνω από 2000 είδη καλλιεργουμένων φυτών. Από τους μύκητες, οι οποίοι είναι ευκαρυωτικοί μικροοργανισμοί, αρκετά είδη που ανήκουν στα γένη Pythium, Phytophthora, Rhizoctonia, Thielaviopsis, Fusarium, Sclerotinia, Sclerotium, Botrytis, Macrophomina και Verticillium καταστρέφουν τόσο τα νεαρά φυτά όσο και τα μεγαλύτερα προσβάλλοντας το ριζικό σύστημα και καταστρέφοντας τα αγγεία. Από τα βακτήρια τα Corynebacterium mithiganense και Pseudomonas solanacearum φαίνεται να είναι αυτά που δημιουργούν τα μεγαλύτερα προβλήματα μέσω του ριζικού συστήματος.  Η αντιμετώπιση  Η αντιμετώπιση των φυτοπαθογόνων στο ριζικό σύστημα γίνεται έως και σήμερα, κατά κανόνα, με την εφαρμογή μυκητοκτόνων και νηματωδοκτώνων στο ριζικό σύστημα των φυτών μέσω της στάγδην άρδευσης. Στην περίπτωση δε των Θερμοκηπιακών καλλιεργειών εφαρμόζεται σε μεγάλη έκταση απολύμανση με βρωμιουχο μεθύλιο το οποίο  1.      κοστίζει πολύ ακριβά2.      προκαλεί βιολογικό κενό3.      καταστρέφει το όζον και 4.      είναι καρκινογόνο  Και όμως υπάρχει καλύτερη λύση  Η αντιμετώπιση των φυτοπαθογόνων στο έδαφος είναι δυνατόν να γίνει πιο αποτελεσματικά, πιο φθηνά και φυσικά με εντελώς υγιεινό τρόπο. Με προσθήκη οργανικής ουσίας στο έδαφος, με εγκατάσταση ωφέλιμων μικροοργανισμών στο ριζικό σύστημα των καλλιεργουμενων φυτών όσο αυτά είναι ακόμα μικρά στο σπορείο και τέλος την εφαρμογή αυτής της καταπληκτικής μεθόδου που καλείται ηλιοθέρμανση ή ηλιοαπολύμανση. Ο συνδυασμός και των τριών παραπάνω τεχνικών συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση και συνεπάγεται άριστα αποτελέσματα τόσο στην προστασία όσο και την ανάπτυξη και παραγωγή των φυτών.  ΗΛΙΟΘΕΡΜΑΝΣΗ - ΗΛΙΟΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗ (solarization)Η μέθοδος στηρίζεται στην ανύψωση της θερμοκρασίας του εδά­φους με τη χρήση της ηλιακής ακτινοβολίας και έχει σα στόχο να μειώ­σει· τόσο την παθογένεια όσο και τον πληθυσμό των φυτοπαθογονων και να ευνοήσει της ανταγωνιστική δράση της σαπροφυτικής μικροχλωρίδας. Ο εγκλωβισμός της ηλιακής ακτινοβολίας και η ανύψωση της θερ­μοκρασίας πετυχαίνεται με τον πλημυρ ησμό του εδαφους και την τοποθέτηση φύλλου πλαστικού από δια­φανές πολυαιθυλένιο με το μικρότερο δυνατό πάχος.Φυσικά μέχρι του βάθους των 30-35 cmι όπου συναντάμε ποσότητες μολυσμάτων δεν είναι δυνατόν η θερμοκρασία να φθάσει σε τέτοιες τιμές, ώστε να ισοδυναμεί με θερμικό θάνατο των παθογόνων. Όμως η συνολική αύξηση της θερμοκρασίας πάνω από 50°Ο σε βάθος 20-25 cmι τους θερι­νούς μήνες πετυχαίνει τον πιο πάνω στόχο αρκετά ικανοποιητικά.Η προετοιμασία και εφαρμογή θα πρέπει να γίνει το αργότερο ως τα μέσα Ιουλίου και να διαρκέσει τουλάχιστον 2-3 εβδομάδες. Η εφαρμο­γή ολόκληρο τον 7ο και 8ο μήνα στις ελληνικές συνθήκες θα οδηγήσει σίγουρα σε πολύ καλά αποτελέσματα.
Αποτέλεσμα εικόνας για Ηλιακή απολύμανση φωτο
  Η αποτελεσματικότητα της μεθόδου εξαρτάται από τη σύσταση του εδάφους την θερμοαγωγιμότητά του και την ηλιοφάνεια της περιοχής. Σύμφωνα με τους παραπάνω ερευνητές εάν εφαρμοσθεί σωστά για 2-3 χρόνια δεν χρειάζεται να επαναληφθεί γιατί η σύσταση της νέας βιοκοινότητας είναι τέτοια, ώστε δεν επιτρέπει την εγκατάσταση φυτοπαθογονουΤα πλεονεκτήματα από την εφαρμογή της μεθόδου είναι σημα­ντικά. Αποφεύγουμε τη χρήση χημικών, τη δημιουργία «βιολογικού κε­νού» και την κόπωση του εδάφους. Είναι πιθανόν να βελτιώνεται η παρα­γωγή ενώ επιδρά θετικά στην αύξηση της σαπροφυτικής μικροχλωρίδας. Όμως η απομάκρυνση μιας μεγάλης μερίδας χημικών καθώς και η μείω­ση του κόστους αντιμετώπισης των παθογόνων συνιστούν τα σημαντικό­τερα πλεονεκτήματα της μεθόδου.Η ηλιακή ακτινοβολία αποτελεί ίσως τον βασικότερο παράγοντα επιτυχίας. Η συνολική ποσότητα της ηλιακής ακτινοβολίας που τελικά θα φθάσει στην επιφάνεια ενός εδάφους καλυμμένου με πλαστικό εξαρτά­ται από την ηλιοφάνεια της περιοχής, τη διάρκεια έκθεσης στον ήλιο, την γωνία πρόσπτωσης του φωτός, το είδος και το πάχος του πλαστικού, την ένταση της ακτινοβολίας, τη διάρκεια της ημέρας, το γεωγραφικό πλά­τος και την καθαρότητα του υλικού κάλυψης.Το υλικό κάλυψης θα πρέπει να είναι εύκαμπτο και ευκολόχρηστο, να έχει μικρό κόστος, να αντέχει στην φωτοχημική παλαίωση, να μην σχηματίζει σταγόνες και να μην προσελκύει σκόνες. Το πάχος του, εφό­σον πρόκειται για χρήση εντός του θερμοκηπίου, θα πρέπει να οσο το δυνατον μικροτερο, και με τετοια πλαστικα καλα αποτελεσματα λαμβανονται με καλυψη τουλαχιστον 2-3 εβδομαδων. Η αριστη διάρκεια κάλυψης είναι 4-6 εβδομάδες και φαίνεται να δίνει ικανοποιητικά αποτε­λέσματα με τους μύκητες, βακτήρια, ακάρεα, ζιζάνια και μειώνει τους πληθυσμούς των νηματωδών. Οι τελευταίοι, σε αβαθή εδάφη, ελέγχο­νται πλήρως ύστερα από 8-10 εβδομάδες (Μπούρμπος και Σκουντριδάκης 1992).   Σύμφωνα με τους Μπούρμπο και Σκουντριδάκη (1992), για να έχει επιτυχία η μέθοδος θα πρέπει να τηρούνται ως προς το έδαφος οι εξής προϋποθέσεις:1. Να είναι καλά οργωμένο και ομοιόμορφα ισοπεδωμένο στην επι­φάνεια του και να εφάπτεται όσο το δυνατόν καλύτερα σε αυτό το υλικό κάλυψης.2.      Να είναι απαλλαγμένο από συνεκτικούς βώλους και μεγάλες πέ­τρες.3.      Να έχουν απομακρυνθεί τα φυτικά υπολείμματα της προηγού­μενης καλλιέργειας.4.      Να είναι καλά ποτισμένο πριν την εφαρμογή της μεθόδο. Περιοδική άρδευση πιθανον να επιδρασει αρνητικα. Οι μηχανισμοί που αναπτύσσονται κατά την εφαρμογή της μεθό­δου είναι λίγο-πολύ άγνωστοι σύμφωνα με αναφορές ελλήνων ερευνητών. Το βέβαιο και αυτονόητο στην όλη υπόθεση είναι η φυσική δράση της θερμότητας και της υγρασίας. Φαίνεται πως η διαρκής υψηλή υγροθερμία επιδρά στην ικανότητα βλάστησης των παθογόνων και ζιζανίων μειώνοντας την ενώ η παρουσία υγρασίας τα εξαναγκάσει να αφήσουν τη φάση διατήρησης ή διαχείμανσης, να αναπτυχθούν βλαστικά και να οδηγηθούν έτσι σε ανταγωνισμό και καταστροφή τους.Από την άλλη, η ανταγωνιστική μικροχλωρίδα αποτελείται στο σύ­νολο της από υγροθερμόφιλους μικροοργανισμούς με αποτέλεσμα να αυξάνει την πυκνότητα και ενεργότητα των πληθυσμών της, να καταλαμ­βάνει το διαθέσιμο έδαφος και να αποικίζει τη ριζόσφαιρα στα καλλιερ­γούμενα είδη. Τα ηλιοθερμαινόμενα εδάφη φαίνεται να αποκτούν μία αν­θεκτικότητα όμοια με αυτήν στα «ανθεκτικά εδάφη» που αναφέρουν ο Μπούρμπος και Σκουντριδάκης (1987) στο βιβλίο τους «Εχθροί και Ασθέ­νειες της Τομάτας».Σύμφωνα με την Έλενα (1995), θα πρέπει να προηγηθεί καλή κα­τεργασία (όργωμα και φρεζάρισμα) του εδάφους και να ποτισθεί με με­γάλες ποσότητες νερού πριν την κάλυψη εφόσον η σημασία της υγρα­σίας είναι καθοριστική. Κορεσμένα με υγρασία εδάφη δίνουν τα καλύτε­ρα αποτελέσματα γιατί τα παθογόνα είναι πιο ευπαθή στην επίδραση της υγρής θερμότητας. Έτσι εάν το πότισμα γίνει με επαρκείς ποσότητες πριν την κάλυψη με το πλαστικό και το τελευταίο στερεωθεί καλά ώστε να μην διαφεύγει υγρασία, τότε δεν απαιτείται άλλο πότισμα κατά την διάρκεια της κάλυψης. Εξάλλου συμπληρωματικό πότισμα απαιτεί ειδική εγκατάσταση και μειώνει την θερμοκρασία του εδάφους. Ωστόσο εάν οπωσδήποτε πρέπει να προστεθεί νερό αυτό μπορεί να γίνει τις νυχτερι­νές ώρες.Στην καταπολέμηση των νηματωδών η μείωση του πληθυσμού μπο­ρεί να φθάσει και στο 100%. Πολλοί από αυτούς είναι παθογόνα και ανή­κουν στα γένη Meloidogyne, Heterodera, Globotera, Ditylenchus, Paratyrichodorus, Criconemella, Xiphinema, Helicotylenchus και Pratylenchus. Όμως δοκιμές με τον Μ. incognita έδειξαν ότι δεν κατα­πολεμείται και ακόμα για μερικά είδη εφόσον ελάχιστος αριθμός ατόμων επιβιώσει δημιουργεί προβλήματα στην καλλιέργεια (’Ελενα 1995).Η μεγάλη διάρκεια της αποτελεσματικότητας της μεθόδου έχει διαπιστωθεί σε διάφορες χώρες, σε διαφορετικές ασθένειες και διαφο­ρετικές καλλιέργειες. Η καταπολέμηση των παθογόνων και η αύξηση της παραγωγής δεν αφορούν μόνο τον πρώτο χρόνο αλλά το δεύτερο και τον τρίτο.
ΔΟΚΙΜΕΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Η μέθοδος έχει δοκιμασθεί για την αντιμετώπιση κυρίως των αδρομυκώσεων σε λαχανικά, δρεπτά, βαμβάκι και ελιά στην Κρήτη, Πρέβεζα, Ανατολική Πελοπόννησο και Κύπρο ενώ έχει επίσης αποδειχθεί η καταπολέμηση πολλών ζιζανίων. Η Αντωνίου και συν. (1994), σε τριετή πειράματα αξιολόγησης της ηλιοαπολύμανσης του εδάφους σε θερμοκήπια τομάτας στην Πρέβεζα με διαφανή φύλλα πολυαιθυλενίου και διάρκεια κάλυψης 1-2 μήνες απέ­δειξαν, ότι η μέθοδος αυτή περιορίζει σημαντικά την έκταση και ένταση των συμπτωμάτων που προκαλείται από το βακτήριο Clavibacter michiganensis subsp. michiganensis στην τομάτα καθόλη τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Αντίθετα, απολύμανση με βρωμιούχο με­θύλιο σε συνήθεις δόσεις (70 α/πι2) απεδείχθη ανεπαρκής στο να αντιμε­τωπίσει την ασθένεια.  Οι Βασιλακάκης και Βεζιρτζόγλου (1994), κατά την εφαρμογή της μεθόδου σε καπνοσπορεία, αναφέρουν ότι η εφαρμογή της μεθόδου τον 7ο ή 8ο μήνα με πλαστικό πάχους 0,02 mm ή 0,08 mm ήλεγξε την τήξη, μείωσε σημαντικά τον αριθμό των ζιζανίων και ευνόησε την ανάπτυξη των φυταρίων.Οι Αντωνίου και Τζάμος (1994), έδειξαν ότι η μέθοδος ελέγχει απο­τελεσματικά τον Pyrenochaeta lycopersici. Οι θερμοκρασίες που ανα­πτύσσονται κατά την κάλυψη (53, 43, 36°0 σε 5,15 και 25 cm αντίστοιχα) οδηγούν σε καθολική νέκρωση των σκληρωτίων δύο εβδομάδες μετά την εφαρμογή της μεθόδου. Εργαστηριακές δοκιμές έδειξαν ότι τα σκληρώτια στους 50, 47, 45°C θανατώνονται αντίστοιχα σε 28′, 2 hr και 9 hr. Η μέθοδος υπερτερεί έναντι του βρωμιούχου μεθυλίου (68 gr/m2) ως προς την μακροχρόνια δράση της αποτελεσματικότητας (περισσότερες από μια καλλιεργητικές περιόδους) και ως προς το ύψος της παραγωγής.  H ηλιοθέρμανση έχει εφαρμοστεί με επιτυχία για την αντιμετώπιση των παθογόνων τομάτας από
• Τους μύκητες:
Πηγή: Μπούρμπος και Σκουντριδάκης 1987.  Πολλοί ερευνητές αναφέρουν περιπτώσεις, όπου η ηλιοθέρμανση δεν έδωσε καλά αποτελέσματα για τους μύκητες Macrophomina phaseolina, Plasmodiophora brassicae και για τους νηματώδεις Meloidogyne incognita και Pratylenchus neoamblycephalus. Δεν ελέγχθηκαν επίσης τα ζιζάνια Malva niceaensis, Convolnvulus arvensis, Conyza canadensis, Eragrostis spp., Cyperus rotundus (πορφυρή κύπερη), C. esculentus (κίτρινη κύπερη) και Melilotus albus.  Επίδραση της ηλιοαπολύμανσης σε παθογόνα και εχθρούς των φυτών
A. Παθογόνα και εχθροί που ελέγχονται:
P. penetrans
Πηγή: Καλομοίρα - Ελένα 1995. Ημέρες ηλιοαπολύμανσης που απαιτού­νται για το θάνατο του 90-100% των μικροσκληρωτίων του μύκητα Verticillium dahliae, σε διάφορα βάθη.*
Βάθος (σε εκ.) Διάρκειαηλιοαπολύμανσης(σε ημέρες)
                                   Πηγή: Καλομοίρα - Έλενα 1995.  Αναφορές από την διεθνή βιβλιογραφία  Από μόνη της η ηλιοθερμανση ή σε συνδυασμό με χλωρή λίπανση τείνει να μειώσει το δυναμικό των παθογόνων μικροοργανισμών Verticillium dahliae, Phytophthora cinnamoni, Pratylenchus penetrans, Agrobacterium rhizogenes (Pinkerton  et al 2000) όπως και το δείκτη ασθένειας των φυτών από παθογόνα του ριζικού συστήματος.  Εδάφη στα οποία εφαρμόστηκε ηλιοθέρμανση και στα οποία η θερμοκρασία έφθασε στους 47 οC στα 10 εκ βάθος και στους 41ο στα 25 εκ, είχε σαν αποτέλεσμα την εξαιρετική μείωση των πληθυσμών των Phytophthora nicotianae and capsici στα 10 εκ αλλά καμία επίδραση στα 25 εκ (Coelho et al 1999).   Επίδραση στους Ωφέλιμους  Ύστερα από 45 ημέρες ηλιοθέρμανσης και με μέγιστη θερμοκρασία τους 53ο στο 1 εκ βάθος η συχνότητα εμφάνισης των Acrophialophora fusispora, Aspergillus spp., Spicaria sp., and Trichoderma viride αυξήθηκε (Singh et al 1990).  Σαν επίλογος  Η ηλιοθέρμανση είναι μια τεχνική η οποία ενδείκνυται κυρίως για θερμοκήπια αλλά και μικρές εκτάσεις στις ανοικτές καλλιέργειες. Είναι πιο οικονομική και κυρίως εντελώς ακίνδυνη κατά την εφαρμογή της σε σχέση με το βρωμιουχο μεθύλιο και τα φυτοφάρμακα. Επίσης είναι πιο αποτελεσματική στον έλεγχο των φυτοπαθογόνων από τα φυτοφάρμακα, και ειδικά μακροπρόθεσμα τα οφέλη είναι εξαιρετικά καθώς μετά από 2-3 χρόνια διαδοχικών εφαρμογών η σύνθεση της μικροβιακής κοινότητας που εγκαθίσταται είναι τέτοια που δεν επιτρέπει την εγκατάσταση φυτοπαθογόνων. Τα εδάφη μετασχηματίζονται σε αυτό που λέμε ανθεκτικά εδάφη.
Πηγή>http://better-greece.blogspot.gr/

Οργανική Ουσία

Αποτέλεσμα εικόνας για κοπριά φωτο


Βασική Λίπανση, Ορθολογιστική λίπανση & Οργανική Ουσία

Μέρος Ι: Ορθολογιστική Λίπανση

Γενικά για την Ελληνική Γεωργία

Η ελληνική γεωργική παραγωγή είναι από την επίσημη πολιτεία αφημένη και εγκαταλελειμμένη. Έτσι το κενό αυτό έρχονται να καλύψουν τα μαγαζιά γεωργικών εφοδίων, όχι ηθελημένα αλλά σαν αποτέλεσμα της έλλειψης ενός φορέα που θα ορίζει με σαφήνεια και ορθότητα το μέλλον της ελληνικής γεωργίας. Όταν δεν υπάρχει κανείς να ενημερώσει τον Έλληνα παραγωγό για τις εξελίξεις της ελληνικής αλλά και παγκόσμιας γεωργίας, τότε αυτός θα πάει στο κατάστημα γεωργικών εφοδίων και θα ρωτήσει: ρε συ Κώστα τι να καλλιεργήσω την άνοιξη;

Χωρίς έναν επίσημο φορέα να δίνει κατευθύνσεις στηριζόμενος στις ελληνικές και παγκόσμιες εξελίξεις, χωρίς να ενημερώνει και να συμβουλεύει για όλα τα νεότερα δεδομένα πάνω στον τρόπο καλλιέργειας και εκτροφής, είναι λογικό η ελληνική γεωργική οικονομία να καταρρέει και μαζί της να καταρρέει το περιβάλλον και να αυξάνονται τα κρούσματα καρκίνου.

Γενικά για την Λίπανση

Τα δυο σημαντικότερα κομμάτια από την σπορά μέχρι και την συγκομιδή είναι η φυτοπροστασία και η θρέψη λίπανση. Συνήθως αυτά θα προσδιορίσουν τόσο την ποιότητα όσο και την παραγομένη ποσότητα αλλά επίσης θα επηρεάσουν καθοριστικά το περιβάλλον και την υγεία μας ανάλογα με τις ποσότητες που θα χρησιμοποιηθούν. Όσον αφορά τα φυτοφάρμακα έχουν οδηγίες χρήσεως και ο κάθε Έλληνας παραγωγός υποχρεούται να τα μελετάει πριν κάνει χρήση του σκευάσματος, όμως σχετικά με τα λιπάσματα δεν υπάρχουν οδηγίες και το παρών άρθρο φιλοδοξεί να ρίξει λίγο φως σε ένα πολύ σκοτεινό πεδίο.

Μέχρι πρόσφατα, και όχι μόνο, η λίπανση ήταν ολότελα εμπειρική και στηριζόταν σε αρχές όπως:

 - τι λίπασμα υπάρχει στην αποθήκη
 - τι λίπασμα εφαρμόζετε κατά παράδοση στην περιοχή
 - τι λίπασμα έβαλε πέρυσι ο διπλανός
 - όσο περισσότερο λίπασμα ρίξω τόσο καλύτερα αποτελέσματα θα έχω
 - τα ξέρω εγώ τα χωράφια μου

Όλα αυτά είναι αστεία και απέχουν παρασάγκας από αυτό που ονομάζουμε ορθολογιστική λίπανση. Η εμπειρική λίπανση μόνο σε προβλήματα μπορεί να οδηγήσει, όπως μειωμένη παραγωγή, υποβαθμισμένα προϊόντα, προβλήματα υγείας στον άνθρωπο και ρύπανσης στο περιβάλλον. Και εάν κάποιες φορές επιτεύχθηκαν υψηλές αποδόσεις είναι σίγουρα συμπωματικό ενώ δεν μπορούμε να είμαστε καθόλου σίγουροι για την ποιότητα.

Σύμφωνα με τον Κουκουλάκη (1991), οι βασικές αδυναμίες της λί­πανσης των καλλιεργειών στη χώρα μας είναι οι εξής:

 - Δεν λαμβάνονται υπόψη τα υπάρχοντα αποθέματα θρεπτικών στο έδαφος (υπολειμματική δράση, αποσάρθρωση ορυκτών, βιολογικές διεργασίες κ.ά.).
 - Δεν συνεκτιμούνται οι επιδράσεις των φυσικών χαρακτηριστι­κών του εδάφους, όπως το φαινόμενο ειδικό βάρος, η δομή, κα­θώς και άλλοι παράγοντες, όπως η συμπίεση.
 - Δεν λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά των λιπασμάτων στο έδαφος, καθώς και οι απώλειες τις οποίες υπόκεινται λόγω έκπλυσης, απονιτροποίησης και εξαέρωσης.
 - Δεν συνεκτιμούνται οι οικονομικοί παράγοντες (κόστος λιπα­σμάτων και αξία προϊόντων), και μόνο πρόσφατα άρχισε ο αγροτικός κόσμος να «αισθάνεται» το οικονομικό βάρος της χρήσης των λιπασμάτων και στρέφεται πλέον στη μειωμένη χρήση τους, που δεν σημαίνει παραίτητα και την ορθολογική χρήση τους.
 - Η λίπανση στηρίζεται ως επί το πλείστον σε εμπειρικές γνώσεις και δεν συσχετίζεται με το επίπεδο της γονιμότητας του εδά­φους, όπως αυτό καθορίζεται με βάση τις επιστημονικές αρχές.

Η σωστή προσέγγιση της Λίπανσης

Το πρόβλημα της λίπανσης επικεντρώνεται στον προσδιορισμό των απαιτούμενων θρεπτικών στοιχείων, των ποσοτήτων, δηλαδή, εκείνων που απαιτούνται για την πλήρωση των αναγκών των φυ­τών, και στη διατήρηση της σχέσης (ισορροπίας) που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των διαφόρων στοιχείων. Επειδή τα συμπτώματα των τροφοπενιών δεν είναι πάντοτε τυπικά ούτε ξεκάθαρα και επειδή υπάρχει και η λανθάνουσα τροφοπενία, η διάγνωση που στηρίζεται μόνο στα ορατά συμπτώματα δεν είναι πάντοτε ασφα­λής. Έτσι, για τον προσδιορισμό της έλλειψης ή και περίσσειας στοιχείων προσφεύγουμε και στη χρήση άλλων μεθόδων, όπως η ανάλυση φύλλων ή και άλλων ιστών, η ανάλυση του νερού και του εδάφους (Στυλιανίδης 1991).

Η ποσότητα των λιπαντικών στοιχείων που χρειάζεται κάθε καλ­λιέργεια εξαρτάται από τα συστατικά που απομακρύνονται με τη συγκομιδή, αυτά που χάνονται με την έκπλυση, καθώς και εκείνα που προστίθενται στο έδαφος από την αποσύνθεση της οργανι­κής ουσίας (υπολείμματα καλλιέργειας, χλωρή λίπανση), το νερό της βροχής και την αποσάθρωση των ανόργανων συστατικών του. Όμως η αποτελεσματικότητα της λίπανσης στην οποία θα προβούμε, θα εξαρτηθεί από τη γονιμότητα του εδάφους, τις καιρικές συνθήκες, την ποικιλία και τους καλλιεργητικούς χειρισμούς. Η ανάπτυξη και απόδοση των φυτών είναι συνάρτηση του τρίπτυ­χου: γενετικοί παράγοντες - περιβαλλοντικοί παράγοντες - καλ­λιεργητική τεχνική. Η θεωρητικά μέγιστη δυνατή απόδοση επιτυγ­χάνεται με τον άριστο συνδυασμό των προαναφερθέντων παρα­γόντων. Όμως ποτέ κανείς από αυτούς δεν βρίσκεται σε άριστο επίπεδο, με τη βαρύτητα να εστιάζεται στους περιβαλλοντικούς παράγοντες και ιδιαίτερα στην καλλιεργητική τεχνική.

Λίπανση - πότε και γιατί- Ορθολογική Λίπανση

Τα λιπάσματα αποτελούν τις σημαντικότερες εισροές στα συστή­ματα παραγωγής αγροτικών προϊόντων. Είναι απο­γοητευτικό το φαινόμενο όπου το μεγαλύτερο μέρος των νέων αγροτών αντιμετωπίζει αρνητικά την ανάλυση του εδάφους, εγκα­ταλείποντας έτσι κάθε πιθανότητα για ορθολογική χρήση των λιπα­σμάτων. Οι ποσότητες των διαθέσιμων θρεπτικών στο έδαφος προσδιορί­ζουν την επιπλέον ποσότητα που χρειάζεται να προσθέσουμε, ώστε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες της καλλιέργειας. Φυσικά, τις πλη­ροφορίες που χρειαζόμαστε θα τις έχουμε μόνο από ένα καλό πρό­γραμμα ανάλυσης του εδάφους.

Τα θρεπτικά που προστίθενται στο έδαφος είτε θα προσληφθούν από τις καλλιέργειες, είτε θα δεσμευτούν από το έδαφος, είτε θα εκπλυθούν ή θα απομακρυνθούν με τη διάβρωση, είτε τέλος θα χαθούν στην ατμόσφαιρα (απονιτροποίηση, εξαέρωση ΝΗ3). Η κακή χρήση των λιπασμάτων είναι αυτή που οδηγεί στη μικρή απο­τελεσματικότητα τους. Σύμφωνα με τον Σιμώνη (1990), το 1985 με τα συγκομισθέντα σιτηρά απομακρύνθηκαν 77.000 τόνοι Ν έναντι των 243.000 τόνων που καταναλώθηκαν, δηλαδή 32% αποτελε­σματικότητα Ν. Υπολογίζεται ότι ένας διπλασιασμός στην αποτε­λεσματικότητα αυτή θα ισοδυναμούσε με μια ετήσια εξοικονόμη­ση 120.000 τόνων Ν ή 1-1,5 εκατομμύρια σιτηρών. Τα φυτά προ­σλαμβάνουν κατά μέσο όρο το 40-50% του Ν των λιπασμάτων, ενώ το υπόλοιπο χάνεται με τις διεργασίες της έκπλυσης, της απονιτροποίησης και της εξαέρωσης.

Οι Σετάτου και Σιμώνης (1994), κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα: Οι απώλειες Ν με τη μορφή αέριας ΝΗ3 μπορεί να φθάσουν και πάνω από το 50% του εφαρμοζόμενου Ν, ανάλογα με το έδαφος και τη μορφή του λιπάσματος. Οι απώλειες είναι μεγαλύτερες από ΝΗ4-λιπάσματα ή ουρία που εφαρμόζονται επιφανειακά στο έδαφος - κυρίως σε αλκαλικό -παρά από άλλες μορφές Ν-ούχων λιπασμάτων. Το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών λαμβάνει χώρα αμέσως μετά την εφαρμογή του λιπάσματος στο έδαφος και η εξαέρωση συ­μπληρώνεται μέσα σε λίγες μέρες. Η εξαέρωση της ΝΗ3 θεωρείται μια σημαντική διεργασία απω­λειών Ν από το έδαφος. Για την ελαχιστοποίηση της είναι απαραί­τητη η ορθή εφαρμογή των Ν-ούχων λιπασμάτων στο έδαφος.

Όσον αφορά τον Ρ, οι καλλιέργειες δεν προσλαμβάνουν περισσότε­ρο από το 15-20% του Ρ που προστίθεται με τη λίπανση και μόνο το 1/3 περίπου των αναγκών τους καλύπτεται με τον Ρ των λιπασμά­των, ενώ τα υπόλοιπα 2/3 καλύπτονται από τα εδαφικά αποθέματα.

Το κάλιο δεν ακινητοποιείται στο βαθμό που ακινητοποιείται ο Ρ. Η αποτελεσματικότητα στην πρόσληψη του Κ κυμαίνεται από 30-60%, πράγμα που σημαίνει ότι περισσότερο από το μισό των αναγκών σε Κ των καλλιεργειών ικανοποιείται από τα αποθέματα του εδάφους. Μεγάλες απώλειες Κ με έκπλυση λαμβάνουν χώρα σε αμμώδη εδάφη και οργανικά με κύριο ορυκτό της αργίλου τον καολινίτη. Σε τέτοια εδάφη το Κ θα πρέπει να προστεθεί λίγο πριν τη σπορά ή τη φύτευση, ώστε να αποφευχθούν μεγάλες απώλειες κατά τις βροχε­ρές εποχές, ενώ συνιστάται ακόμα και η κατά δόσεις προσθήκη του λιπάσματος. Η θερμοκρασία και η υγρασία του εδάφους επηρεά­ζουν σημαντικά την ποσότητα του Κ που τελικά θα βρίσκεται στη διάθεση του ριζικού συστήματος των φυτών κατά την περίοδο ανά­πτυξης, καθώς και πόσο γρήγορα αυτά θα μπορούν να προσλάβουν το Κ τότε που το χρειάζονται περισσότερο.

Ο νόμος του ελαχίστου

Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, η απόδοση εξαρτάται από το στοι­χείο που βρίσκεται στην ελάχιστη ποσότητα (Μουρκίδης, 1982). Δηλαδή, εάν όλα τα στοιχεία βρίσκονται σε κανονικά επίπεδα και ένα είναι σε ανεπαρκή επίπεδα, τότε αυτό δρα περιοριστικά στην ανάπτυξη και απόδοση των φυτών. Για μια εκμετάλλευση στο μέ­γιστο δυνατό βαθμό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο επαρκής εφοδιασμός με όλα τα θρεπτικά στοιχεία και μάλιστα σε ισορροπημένη μεταξύ τους αναλογία. Όταν από το χωράφι μας «λείπει» μόνο ένα στοιχείο και εμείς χο­ρηγήσουμε ένα μικτό ή σύνθετο λίπασμα, έχουμε πετύχει να φορ­τώσουμε χωρίς λόγο το έδαφος, να ενισχύσουμε τον ανταγωνισμό μεταξύ των στοιχείων, να αυξήσουμε τις φυσικές απώλειες και φυ­σικά να σπαταλήσουμε χρήματα, ενώ είναι πολύ πιθανό να έχουμε απώλειες σε παραγωγή και ποιότητα. Η λύση σε όλα αυτά είναι η ορθολογική λίπανση και ορθολογική λίπανση σημαίνει το είδος και η ποσότητα του λιπάσματος που τα φυτά χρειάζονται στον κατάλ­ληλο χρόνο με τον κατάλληλο τρόπο εφαρμογής.

Έτσι, λοιπόν, μπορούμε να διατυπώσουμε τις βασικές αρχές της ορθολογικής λίπανσης, που έχουν ως εξής:

Εδαφοανάλυση.
Γνώση των αναγκών της καλλιέργειας.
Είδος, ποσότητα, μέθοδος και χρόνος εφαρμογής των θρεπτικών.
Ρυθμός πρόσληψης των θρεπτικών από την καλλιέργεια
Φυλλοανάλυση
Διορθωτικές επεμβάσεις από εδάφους η διαφυλλικά.
Γνώση της κατανομής των θρεπτικών ώστε να γνωρίζουμε τις ποσότητες αυτών που απομακρύνονται με τη συγκομιδή.

Ο ρυθμός πρόσληψης των στοιχείων, η διαθεσιμότητα τους και οι φυσικές απώλειες είναι στοιχεία που θα πρέπει πάντα να λαμβά­νουμε υπόψη μας. Η μηχανική σύσταση, η περιεκτικότητα σε άργιλο, τα ορυκτά της αργίλου, η περιεκτικότητα σε οργανική ου­σία, καθορίζουν την ικανότητα του εδάφους να συγκρατεί θρεπτι­κά, την εναλλακτική και ρυθμιστική του ικανότητα. Μαζί με το ρΗ επηρεάζουν τη συμπεριφορά και διαθεσιμότητα των θρεπτικών. Όλα αυτά θα πρέπει να συνεκτιμούνται ώστε να καθίσταται δυνα­τή η εκπόνηση ενός προγράμματος ορθολογικής λίπανσης, το οποίο πολλές φορές στηρίζεται (και εμπεριέχει) σε διορθωτικές επεμβάσεις (διόρθωση ρΗ).


Σημαντικός παράγοντας του εδάφους – ίσως ο σημαντικότερος - είναι το αποτέλεσμα της διάσπασης των φυτικών και ζωικών υπολειμμάτων που επιστρέφουν στο έδαφος. Ο κύριος όγκος του χούμου ή της οργανικής ουσίας συνίσταται από Χουμικά και Φουλβικά οξέα. Αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα της υγείας του εδάφους έχοντας μια πλειάδα θετικών επιδράσεων προς το έδαφος μεταξύ των οποίων οι σημαντικότερες είναι η επίδραση στη δομή του εδάφους και η επίδραση στους ωφέλιμους μικροοργανισμούς. Σημαντική προσθήκη οργανικής ουσίας αλλά και έντονα ευεργετικές επιδράσεις στους ωφέλιμους μικροοργανισμούς επιτυγχάνεται με χλωρή λίπανση (σόργο, βίκο, λούπινο), compost προερχόμενα από γαιοσκώληκες, compost φλοιών, και γενικά compost.

Η ελάχιστη τιμή της οργανικής ουσίας για ένα έδαφος θα πρέπει να είναι 3% μετά από μια ανάλυση.

Οι ευνοϊκές επιδράσεις της σύμφωνα με τον Πολυζόπουλο (1976) είναι οι εξής:

- Μειώνει την πλαστικότητα και συνεκτικότητα των αργιλωδών εδαφών ενώ, αντίθετα αυξάνει την συνεκτικότητα στα αμμώδη.
- Προάγει την δημιουργία σταθερών συσσωρευμάτων των εδαφικών κόκκων βελτιώνοντας έτσι το πορώδες και τις εξαρτημένες από αυτό ιδιότητες (περατότητα από ρίζες και νερό και αερισμός).
 - Αυξάνει την ικανότητα συγκράτησης υγρασίας, την CEC (εναλλακτική ικανότητα κατιόντων) και την ρυθμιστική ικανότητα (ιδιότητα ιδιαίτερα επωφελής στα ελαφρά εδάφη).
- Προστατεύει από έκπλυση, ή άλλου είδους απώλειες ή δεσμεύσεις θρεπτικά στοιχεία (N, P, S) ενώ αποτελεί την μοναδική πηγή ενέργειας για πολλούς από τους μικροοργανισμούς του εδάφους.
- Προάγει την υπό των φυτών χρησιμοποίηση ορισμένων μικροστοιχείων.

Σύμφωνα με τον Παπακωνσταντίνου (1993), τα Χουμικά και Φουλβικά οξέα χειλικοποιούν τα λιπαντικά στοιχεία βοηθώντας στην πρόσληψή τους από τις ρίζες ενώ μειώνουν σημαντικά την τοξικότητα των στοιχείων που είναι σε περίσσεια στο εδαφικό διάλυμα (Al3+ και Mn2+ στα όξινα, Ca2+ στα αλκαλικά) ενώ απελευθερώνουν στο Φώσφορο. Μια σημαντική ιδιότητα της οργανικής ουσίας είναι η ικανότητά της να δεσμεύει αέρια αμμωνία και να την ενσωματώνει καθιστώντας την μέρος του οργανικού αζώτου του εδάφους.

Προσθήκη οργανική ουσίας μπορεί να γίνει με:

- Επιστροφή και ενσωμάτωση των υπολειμμάτων της καλλιέργειας
- Κοπριά η οποία πρέπει να είναι καλά χωνεμένη (τουλάχιστον δυο ετών)
- Χλωρή λίπανση
- Τύρφη
- Πριονίδια, άχυρο και τεμαχισμένοι σπάδικες αραβόσιτου
- Στέμφυλα και φύλλα ελιάς
- Κληματίδες αμπελιών και φλοιούς δασικών δένδρων
- Λέπυρα ρυζιού και υπολείμματα εκκοκκιστηρίων βάμβακος
- Διάφορα composts

Ο ρόλος της όσον αφορά τη γονιμότητα του εδάφους, είναι μεν σημαντικός αλλά και περιορισμένος. Φέρει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία αλλά σε μικρή ποσότητα και οργανική μορφή. Θα πρέπει, δηλαδή, να προηγηθεί ανοργανοποίηση της οργανικής ουσίας για να ελευθερωθούν τα θρεπτικά και να αποδοθούν στα φυτά. Από μόνη της η οργανική ουσία δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των φυτών, για αυτό θα πρέπει να γίνεται προσεκτική χρήση χημικών λιπασμάτων ύστερα από εδαφοανάλυση και φυλλοδιαγνωστική. Η οργανική ουσία του εδάφους είναι μια απέραντη αποθήκη ενώσεων χηλικού τύπου, προϊόντα των μικροοργανισμών, των ριζών των φυτών και των φυτικών υπολειμμάτων, εξαιρετικής σπουδαιότητας στη θρέψη των φυτών. Όμως στα οργανικά εδάφη συχνά δημιουργούνται προβλήματα στην απελευθέρωση των ιχνοστοιχείων λόγω της μεγάλης σταθερότητας των οργανομεταλλικών συμπλοκών. Συνδυασμοί μετάλλων με χηλικά οξέα οδηγούν σε σταθερά σύμπλοκα, ενώ συνδυασμοί με απλούστερα μόρια (οξέα, σάκχαρα) οδηγούν σε διαλυτά σύμπλοκα. Οργανικά είναι τα εδάφη με περιεκτικότητα σε οργανική ουσία πάνω από 15%.

compost

Το κομποστ και η χλωρή λίπανση με σόργο συνιστούν τους καλύτερους τρόπους προσθήκης οργανικής ουσίας στο έδαφος. Και καθώς η σπορά το πότισμα και η ανάπτυξη του σόργου προϋποθέτουν χρήματα και χρόνο, ενδείκνυται ίσως η επιλογή του κομποστ σαν η καλύτερη επιλογή και λύση. Το compost σαν προϊόν παράγεται από φυτικά και ζωικά υπολείμματα που προστίθενται σε σωρούς και σε τακτικά χρονικά διαστήματα προστίθεται υγρασία και ανακατεύεται ώστε να εμπλουτιστεί με οξυγόνο. Ο χρόνος για την ωρίμανση ξεκινάει από έξι μήνες ανάλογα με τις συνθήκες και μπορεί να διαρκέσει έως και δυο έτη. Στην τελευταία περίπτωση το προϊόν θα αγγίζει το άριστο.

Πολυάριθμες μελέτες έχουν δείξει πως κομποστοποιημένα οργανικά υπολείμματα καταστέλλουν διάφορα φυτοπαθογόνα όπως Phytophthora cinnamoni, Rhizoctonia solani, Fusarium oxysporum, Pythium spp., Sclerotium rolfsii (Hadar and Gorodecki 1991, Dissanayake and Hoy 1999) ενώ παράλληλα συμβάλουν στην αύξηση της οργανικής ουσίας με όλα τα θετικά όπου αυτό συνεπάγεται. Κομποστοποιημένα οργανικά υπολείμματα από στέμφυλα και κοπριά βοοειδών καταστέλλουν ασθένειες προκαλούμενες από την Rhizoctonia solani  και τον Sclerotium rolfsii (Hadar and Gorodecki 1990, Hadar and Gorodecki 1991).

Η συνεχής προσθήκη πριονιδιού κωνοφόρων φαίνεται να έχει θετικά αποτελέσματα στους βίο- και αβιοτικούς παράγοντες των εδαφών όπως η υδατοϊκανότητα και ωφέλιμοι μικροβιακοί πληθυσμοί. Από τους μικροοργανισμούς ευνοήθηκαν ιδιαίτερα οι μύκητες (Trichoderma spp) και οι μικροβιοφάγοι νηματώδεις (Brzeski and Szczech 1999). Η ενδεχόμενη απώλεια αζώτου λόγω ακινητοποίησης αντισταθμίζεται από την μείωση των απωλειών προς τα βαθύτερα στρωματά ενώ σύμφωνα με τους Martensson and Witter (1990) η προσθήκη πριονιδιού κωνοφόρων αυξάνει την πυκνότητα των αζωτοδεσμευτικών μικροοργανισμών στο έδαφος.

Παραγωγή κομποστ στην Εφύρα Ηλείας

Στην χώρα μας υπάρχουν αρκετές μονάδες παραγωγής compost. Το compost σαν προϊόν παρουσιάζει διαφορές όσον αφορά τα βιολογικά και φυσικοχημικά χαρακτηριστικά του, από εταιρεία σε εταιρεία. Ακόμα και αν μια εταιρεία χρησιμοποιήσει τα ίδια υλικά από τον ίδιο τόπο παραγωγής πιθανόν το προϊόν να μην εντελώς ίδιο με το προηγούμενο γιατί εξαρτάται από τις επεμβάσεις που δεχτήκαν οι καλλιέργειες και τα εκτρεφόμενα ζώα. Το γεγονός ότι το προϊόν δεν παρουσιάζει την σταθερότητα που παρουσιάζουν τα λιπάσματα για παράδειγμα, δεν έχει καμιά αρνητική επίδραση στην αξία του. Και αυτό συμβαίνει γιατί η αξία και σημασία του compost συνιστάται στον εμπλουτισμό σε οργανική ουσία που είναι και η σημαντικότερη παράμετρος στο έδαφος.

Σαν Ηλείος θα πρέπει να αναφέρω ότι μια τέτοια μονάδα υπάρχει στον Νομό μας και συγκεκριμένα στην Εφύρα Αμαλιάδας. Ένας νέος άνθρωπος (Γεωργούλιας Δημήτριος) κατάλαβε εγκαίρως ότι η καλύτερη ανάπτυξη των καλλιεργουμένων φυτών με ταυτόχρονη προστασία του περιβάλλοντος επιτυγχάνεται με το compost και στράφηκε στην δημιουργία μιας τέτοιας μονάδας.

Ελληνικό compost και εισαγόμενο

Εκτός από το compost που παράγεται από ελληνικές εταιρείες υπάρχουν προϊόντα συγγενή προς το compost τα οποία εισάγονται από το εξωτερικό, είναι πανάκριβα και φυσικά λόγω της τιμής η ποσότητα που χρησιμοποιείται είναι σαφώς μικρότερη από το ελληνικό compost με αποτέλεσμα την μειωμένη αποτελεσματικότητα. Για να έχει αποτέλεσμα η προσθήκη οργανικής ουσίας θα πρέπει να προσθέσουμε ένα κυβικό – τουλάχιστον – ανά στρέμμα. Κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο με εισαγόμενα σκευάσματα.

Και επιτέλους, γιατί δεν στηρίζουμε την ελληνική παραγωγή; Τα ελληνικά προϊόντα; Που και δεν υστερούν και καλύτερα είναι πιθανόν από τα εισαγόμενα.

Χλωρή λίπανση

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η χλωρή λίπανση και το compost συνιστούν τις καλύτερες επιλογές για τον εμπλουτισμό των εδαφών σε οργανική ουσία. Στο έδαφος υπάρχει αφθονία μικροοργανισμών σημαντική μερίδα των οποίων είναι ωφέλιμοι με την έννοια ότι ανταγωνίζονται παθογόνους μικροοργανισμούς και νηματώδεις. Στην πλειοψηφία τους είναι σαπρόφυτα τα οποία χρειάζονται οργανική ουσία για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Η χλωρή λίπανση έχει βρεθεί να διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο στην ύπαρξη και ανάπτυξη των ανταγωνιστών, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα compost.

Οι Davis et al (1996), μελέτησαν την επίδραση χλωρής λίπανσης με σόργο, αρακά, ελαιοκράμβης, σίκαλης, βρώμης και αραβοσίτου αλλά και αγρανάπαυσης στην αδρομύκωση από Verticillium dahliae στην πατάτα. Τα καλύτερα αποτελέσματα έδωσαν σόργο και αραβόσιτος γεγονός που ταυτίζεται απόλυτα με τα αποτελέσματα των  Huisman et al (1995). Η ενσωμάτωση στο έδαφος φυτών Sorghum sudanence έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την προσβολή και τις ζημίες από τον Meloidogyne hapla σε ευαίσθητα λαχανικά γεγονός που οφείλεται αφενός στην αύξηση της μικροβιακής δραστηριότητας αφετέρου σε τοξικές ουσίες ή παράγωγα αυτών (Widmer and Abawi 2000). Εμπλουτισμός του εδάφους με 3.4 - 4.0 τόνους ανά στρέμμα μπρόκολο ή γρασίδι και επακόλουθη κάλυψη με πλαστικό ώστε να δημιουργηθούν αναερόβιες συνθήκες είχε σαν αποτέλεσμα με την παρέλευση 15 εβδομάδων και σε βάθος 15 εκ την σημαντική μείωση των Fusarium oxysporum f. sp. asparagi, Rhizoctonia solani, and Verticillium dahliae (Blok et al 2000).


Βασική λίπανση με ανόργανα λιπάσματα ή εμπλουτισμός σε οργανική ουσία;

Η τακτική ή η συνήθεια του να χρησιμοποιούνται απλά ή σύνθετα λιπάσματα για βασική λίπανση λίγο πριν την σπορά ή φύτευση μιας καλλιέργειας πρέπει να σταματήσει. Σαν βασική λίπανση θα πρέπει να γίνεται εμπλουτισμός με οργανική ουσία είτε με χλωρή λίπανση είτε με κομποστ. Η πορεία που επιβάλλεται να ακολουθήσουμε είναι ανάλυση του εδάφους, διόρθωση του ρΗ και εμπλουτισμός σε οργανική ουσία. Εφόσον η ανάλυση εδάφους μας δείξει ότι λείπει κάποιο θρεπτικό, αυτό και μόνο θα προσθέσουμε πριν την σπορά ή φύτευση της νέας καλλιέργειας.

Συμπερασματικά τα βήματα έχουν ως εξής:

Πριν την σπορά ή φύτευση

-          ανάλυση του εδάφους,
-          διόρθωση του ρΗ
-          εμπλουτισμός σε οργανική ουσία
-          προσθήκη θρεπτικού εφόσον η ανάλυση έχει δείξει ότι βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα στο έδαφος

Μετά την σπορά ή φύτευση

-          υδρολιπάνσεις με έμφαση στην αναλογία μεταξύ των στοιχείων ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης των φυτών




Φάνης Α. Τσαπικούνης
Συγγραφέας
Πτυχιούχος Τμήματος Γεωπονίας ΑΠΘ
Διδάκτωρ Τμήματος Βιολογίας ΠΠ
tsapif@otenet.gr
Πηγή>
http://better-greece.blogspot.gr/