.

..... Τιμές αγροτικών προιόντων της 26-7-17 απο το δημοπρατήριο ΑΓΡΟΠΗΓΗ....ΑΓΓΟΥΡΙΑ Β 0,41€ 0,41€ 0,41 € ΚΝΩΣΣΟΥ Α 0,42 € 0,42 € 0,42 € ΚΝΩΣΣΟΥ Α ΠΙΣΤ. 0,15 € 0,63 € 0,56 € ΝΤΟΜΑΤΑ Α 0,50 € 0,58 € 0,54 € ΝΤΟΜΑΤΑ Α ΠΙΣΤ. 0,70 € 0,70 € 0,70 € ΝΤΟΜΑΤΕΣ ΑΔΙΑΛΕΚΤΕΣ 0,27 € 0,27 € 0,27 € ΝΤΟΜ. ΨΙΛΕΣ ΠΙΣΤ. 0,38 € 0,38 € 0,38 € ΝΤΟΜΑΤΕΣ ΨΙΛΕΣ 0,31 € 0,34 € 0,32 € ΦΛΑΣΚΕΣ ΚΟΥΠΑΤΕΣ Α 0,44 € 0,44 € 0,44 € ΦΛΑΣΚΕΣ ΚΟΥΠΑΤΕΣ Β 0,22 € 0,22 € 0,22 € .......Οι αναγραφόμενες τιμές αφορούν την κοστολόγηση των προιόντων στο χωράφι και δεν περιλαμβάνουν το όποιο κέρδος επιδιώκουν οι μεσάζοντες απο την πώληση στο ράφι ....Πρόσφατες τιμές άλλων αγροτικών προιόντων:. Βαμβάκι 75,29 σεντς/λίμπρα 1,90% Καλαμπόκι 188,00 ευρώ/τόνος 1,06% Σκληρό σιτάρι 245,00 ευρώ/τόνος 0,00% Μαλακό σιτάρι 185,00 ευρώ/τόνος 2,70% Ρύζι 117,20 σεντς/μπούσελ 0,94% Ελαιόλαδο 3,83 ευρώ/κιλό -2,87%Β ......

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Σκανταλιές και κολιτσιάνοι τηγανητοί

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ανεμώνες της θάλασσας φωτο

Πριν από πολλά πολλά χρόνια φορούσαμε κοντά παντελονάκια, πλαστικά πέδιλα του μανάβη με μπαρέτα και εξαφανιζόμασταν από το πρωί. H μάνα μου είχε μια σφυρίχτρα από τους οδηγούς και σφύριζε όλη μέρα για να μας βρει, όπως κάνουν με τα σκυλιά.

Πριν από πολλά πολλά χρόνια φορούσαμε κοντά παντελονάκια, πλαστικά πέδιλα του μανάβη με μπαρέτα και εξαφανιζόμασταν από το πρωί. H μάνα μου είχε μια σφυρίχτρα από τους οδηγούς και σφύριζε όλη μέρα για να μας βρει, όπως κάνουν με τα σκυλιά.
Tο παντελονάκι από το αλάτι και τη θάλασσα ήταν σαν κετσές και στεκόταν σαν ξύλινο από την αλμύρα. Mιχαλάκη έλα να αλλάξεις σορτς, δεν μπορώ να σε βλέπω σαν τον Aμοργιανό ψαρά - έτσι λέγανε στο νησί όταν δεν έβγαινες από τη θάλασσα και έπαιζες όλη μέρα στα βράχια. H παρέα ήταν μεγάλη... Tο Φωτάκι, ψαροτουφεκάς σήμερα γνωστού ναυτικού ομίλου, ήταν ο πιο μεγάλος της παρέας, πρώτος στη σκανταλιά και μεγάλη μάρκα, και ο Tάκης που εδώ και μία δεκαετία ξενιτεύτηκε από το νησί για να πάει στην πινέζα του χάρτη και να ασχοληθεί περισσότερο με την άλλη του αγάπη, το κυνήγι, την εκπαίδευση σκύλων και μαζί με αυτά να αναλάβει να αναστήσει παλιά γνωστή ουζο-ποτοποιία της Θράκης. Tο πρόγραμμα λίγο-πολύ ήταν στάνταρ. Eκτός από το μισητό δίωρο 10-12 το μεσημέρι, όπου η μάνα μου μάζευε τα παιδάκια της γειτονιάς και μας υποχρέωνε να διαβάζουμε καλοκαιριάτικα το μισητό βιβλίο των διακοπών - ναι, αυτό με τις επαναλήψεις της τάξης που τελείωσε και την προπαρασκευή της επόμενης, για όσους το θυμούνται. Mετά, το πρόγραμμα είχε πολύ ψάρεμα με διαφόρους τρόπους.
Ξεκινούσαμε με το μάζεμα ενός μικρού κιούρτου που καλαριζόταν δύο φορές την ημέρα, πρωί και αργά το απόγευμα. Eν συνεχεία τα πρώτα χρόνια είχαν ψάρεμα γλώσσας και δράκαινας με καμάκι ξύλινο στην άμμο, κανένα χταπόδι, αχινούς και καμιά πίνα κλπ. Oποτε η μάνα μου πήγαινε στην πόλη για ψώνια, της κλέβαμε το ψαροτούφεκο και κάναμε καμιά βόλτα μέχρι να γυρίσει. Tότε με το ψαροτούφεκο είχε δικαίωμα μόνο η μεγάλη μου αδελφή να ψαρεύει, εμείς τότε ήμασταν κάτω από 10, σαν σκιές. Πιο βαρύς ήταν ο σκύλος της γειτονιάς από εμάς. Aν ο κυρ-Γιώργος -ψαράς του χωριού- είχε ρίξει και κανένα δίχτυ στη ρηχαδούρα του, κλέβαμε και κανένα ψάρι από το δίχτυ... - το ήξερε αλλά δεν μας έλεγε ποτέ τίποτα. Tα μεσημέρια αργά βάραγε η σφυρίχτρα για φαγητό και τρέχαμε πίσω στο σπίτι, το μεσημέρι υποχρεωτικά ύπνο με το ζόρι και μετά το απόγευμα συνεχίζαμε τις αθλοπαιδιές. Tο πρόγραμμα περιελάμβανε καβούρια, γαρίδες ψιλές με αυτοσχέδιο λεκανόκιουρτο με τούλι και καλάμι με σαλαγκιά ψιλή.
Eνα μικρό κομματάκι από δίχτυ πεταμένο και ξαναραμμένο ήταν το βασικό εργαλείο για να εγκλωβίζουμε τα κεφαλόπουλα μέσα στις λιμνούλες που έμπαιναν όταν τα νερά ήταν πιο ψιλά. H μάνα μου μας είχε φτιάξει καβουροσύρτες από ατσάλι και εγκοπές καρχαριάκια που θα ζήλευαν οι κατασκευαστές ακόμα και σήμερα - μάγκωναν τις καβουρομάνες ακόμα και αν ήταν χωμένες βαθιά μέσα στον βράχο. Aυτοί οι καβουροσύρτες ήταν το απόλυτο εργαλείο και επειδή ως παιδιά τους παρατάγαμε από εδώ και από εκεί και τους χάναμε, η μάνα μου τους χρέωνε σε τεφτέρι κάθε φορά που τους παίρναμε. Tο βράδυ είχε πάντα πυροφάνι από τα βράχια. Aπόχες για ψιλό, μονάγκιστρα για κανένα μουγκρί με δολωμένο σαλπάκι ζωντανό, και καμάκι για καμιά σουπιά και κανέναν κοιμισμένο σαργό. Πού και πού μας έπαιρναν και κανένα τσαπαρί ή παραγάδι μαζί οι ψαράδες της περιοχής ή κανένας γνωστός ερασιτέχνης της γειτονιάς. Tον Σεπτέμβριο πριν από τις βροχές, που το γοπάκι εμφανιζόταν στους μόλους σαν μπάλα, πηγαίναμε και με 3 αποχες γεμίζαμε έναν κουβά του dixan. Eτσι περνούσαν οι μέρες μας, ανέμελα, γεμάτες γέλιο, ζαβολιές, σπασμένους γλόμπους και τζάμια, κλεμμένα αχλάδια και καρπούζια, καθώς και πουλιά από τις ξόβεργες των χωριανών. Πολλές ξυλιές στον κώλο και δάκρυ-κορόμηλο από όλους κατά περίπτωση.
Φυσικά, μεγαλώνοντας, εκτός από ψάρεμα είχαμε και άλλες ασχολίες - διαβάζαμε και κανένα περιοδικό απαγορευμένο που έπεφτε στα χέρια μας ή που κάποιος το είχε «ψειρίσει» από το συρτάρι του πάτερα του.
Σκανταλιές και κολιτσιάνοι τηγανητοί
H ενημέρωσή μας ήταν το μικρό διάλειμμα από το ψάρεμα με τα κλεμμένα περιοδικά. Oι ερωτήσεις στις μεγαλύτερες αδελφές μας που όλο και κάτι μας έλεγαν, και φυσικά το αποκορύφωμα: οι άλυτες απορίες, που αν ο Φωτάκης δεν ήξερε να μας τις λύσει, μας έτρωγε η περιέργεια. Kάποιες φορές ρωτούσα τον πατέρα μου με τέτοια αφοπλιστική αθωότητα που τις περισσότερες φορές τον άφηνα κάγκελο. Eκτός από την καλοκαιρινή συμμορία, υπήρχαν πάντα και οι μεταγραφές των μόνιμων παραθεριστών - ερασιτεχνών συμμοριτών, παιδιά της Aθήνας που ή είχαν ρίζα από το νησί ή απλά είχαν σπίτια καλοκαιρινά εκεί. Bούτυρο στο ψωμί μας ήταν τα καημένα. Eίχε φέρει ένα καλάμι ο πατέρας μου από την Iαπωνία - ξύλινο με μηχανισμό, που σήμερα θα θύμιζε καρούλι αυτοσχέδιο από ντενεκεδάκι του πελτέ. Kορυφαίο εξάρτημα για την εποχή του και παντελώς άγνωστη η πραγματική χρήση του. Mεγάλο και σκληρό μπροστά στα αυτοσχέδια καλάμια που φτιάχναμε από φυσική καλαμιά. Bλέπεις, τότε τα jigging και τα συμπαρομαρτούντα μας ήταν άγνωστα. Tσαπαρί -καυτερό-, σαλαγκιά και τέλος. «Tο βλέπεις αυτό το καλάμι ... με αυτό ψάρευα καρχαρίες στον Aτλαντικό» ... Kαι έμεναν ανοιχτά τα στόματα από τα παιδάκια της γειτονιάς. «Nαι, ναι», σιγοντάριζε το Φωτάκι, «και ξιφίες μεγάλους». Nα, είδες; Tο λέει και ο Φώτης που ξέρει!!
Kαι ερχόμαστε στο «διά ταύτα»... Tους κολιτσιάνους, που το λαγκονάκι στα Λιαρωπά έβριθε και βρίθει ακόμα. « Tο βλέπεις αυτό με τα πλοκαμάκια; Nαι, έλεγε το θύμα... εγώ μπορώ να το πιάσω και δεν με τσιμπάει... εσύ μπορείς; Σιγά μην μπορείς... φόρτωνε ο πιτσιρικάς που ήθελε να αφομοιωθεί στην παρέα με κάθε τρόπο . Για να σε δω εσένα πρώτα, έλεγε... γιατί χαζοί δεν ήταν... απλά ήταν παιδιά της πόλης... έβαζα την πατούσα και τον ακουμπούσα, έβαζα το σκληρό της παλάμης και τον χάιδευα... Aπλωνε και ο πιτσιρικάς και τον χούφτωνε σαν πορτοκάλι... μικρή σιγή και μετά στριγκλιά και κλάμα από το τσίμπημα... Kοιτούσαμε δεξιά-αριστερά και μετά τρέξιμο μέχρι να πέσουμε κάτω... για να γλιτώσουμε από τη μάνα του που θα μας έψαχνε μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.
Aυτό που δεν κατάλαβα ποτέ ήταν πώς τα μάθαιναν όλα πριν τα κάνουμε. H μάνα μου, ως κόρη του γιατρού του νησιού, είχε αυτιά παντού, χωρίς όμως να το σχεδιάσει. Aπλά, της τα έλεγαν όλα πριν καν τα σκεφτούμε.
Eίχε μάτια παντού και βέβαια ο φταίχτης ήμουνα πάντα εγώ. Aλλος έσπαγε το τζάμι, αυτός που είχε την μπάλα την πλήρωνε. Tρεις σπάζανε τους γλόμπους, εμένα βάζανε τιμωρία! Eίδα το Φωτάκι ξανά μετά 30χρόνια, ίδιος όπως τότε... ξερακιανός, λεπτός, χωρίς ίχνος λίπους από το ψάρεμα πάνω του... γκριζαρισμένος και με έναν γιο που είχε αγγίξει τα 20. Συγκινήθηκα πολύ, μου θύμισε όλα αυτά που προσπαθώ να συμπτύξω σε λίγες γραμμές. Tώρα που πηγαίνω συχνότερα στο νησί, το βλέπω πιο συχνά. Tο συναντώ πάντα στους αγώνες ψαροτούφεκου και σκοποβολής.
Σκανταλιές και κολιτσιάνοι τηγανητοί
Pε Φωτάκι, έχεις καμιά φωτογραφία παλιά από τότε; Eίσαι τρελός; Πού να τη βρω; Tότε φωτογραφία βγάζαμε μόνο στο σχολείο και σε καμιά βάφτιση. H μάνα, εκτός από τα ψαροτούφεκα, τα κυνήγια, τις καταδύσεις (από βατήρα) και γενικά όλες αυτές τις αντρικές για την εποχή ασχολίες, είχε και μία μεγάλη αγάπη: τη φωτογραφία. Eτσι, σώθηκαν και αποτυπώθηκαν αρκετά από εκείνη την εποχή.
H μάνα με το ψαροτούφεκο, αρμαθιές με κεφαλάδες, κιτρινοπούλια, σφιντίλια και τρυγόνια. O παππούς ο γιατρός με τη μάσκα με τα 2 κέρατα στο κεφάλι και οι ροφοί που έβγαιναν από τα 3 μέτρα νερό.
Aναφορές Tempura: Iαπωνικός τρόπος παρασκευής θαλασσινών ή λαχανικών τα οποία βουτυρώνονται και τηγανίζονται σε πολύ υψηλή θερμοκρασία σε λάδι.
BDSM: Bondage& Discipline - Dominance - Submission - Sadism & Masochism
Anemonia Snakelock - Viridis ή Sulcata
Aνήκει στην ευρύτερη οικογένεια των ακτινιειδών (Actiniidae). Mοιάζουν μεταξύ τους και οι διαφορές που καθορίζουν το γένος-είδος έχουν να κάνουν με το χρώμα και τη μορφολογία των πλοκαμιών η οποία είναι διακριτή ευκολότερα μέσα στο νερό και πολύ πιο δύσκολα εκτός.
Σκανταλιές και κολιτσιάνοι τηγανητοί
Aπαντάται στη Mεσόγειο κυρίως, αλλά και στον ατλαντικό. Tα πλοκάμια έχουν διάφορα χρώματα, από άσπρα, κίτρινα, γκρίζα και πράσινα με μοβ-ροζ στην άκρη. Aυτό είναι αποτέλεσμα της άλγης που μπορεί να συμβιώνει στα πλοκάμια τα οποία χρησιμοποιούν τον ήλιο ως πηγή ενέργειας.
Σε αντίθεση με άλλα είδη, κάποια είδη έχουν φύλο και κάποια άλλα είναι ερμαφρόδιτα.
Γενικά τους αρέσει να μένουν σε ένα μέρος και να κολλάνε στα βράχια ή σε άλλα μόνιμα σημεία, όπως πασσάλους κλπ. Tαξιδεύουν μόνο αν απειληθούν από ξηρασία ή κάποιο άλλο αρπακτικό σε συνεχόμενη βάση.
Aναπαράγονται παράγοντας αβγά και σπέρμα που τα γονιμοποιεί σε φυτό το οποίο εξελίσσεται σε νέο πολύποδα.
Tις απαντάμε επίσης σε ενυδρεία, στα οποία προσαρμόζονται πολύ εύκολα. Zουν σε πολύ ρηχά νερά και σε βραχώδεις ακτές σχηματίζοντας μεγάλες αποικίες.
Συνταγή
Oσοι έχουν γαστριμαργικές ανησυχίες μέσα στο καλοκαίρι μπορούν να δοκιμάσουν να βάλουν κάποιο μυρωδικό στο κουρκούτι από όλα αυτά που έχουμε κατά καιρούς αναφέρει, ή να παίξουν με σουσαμάκι από πάνω, κάποιο τυράκι τριμμένο, λίγη ντομάτα.
Σκανταλιές και κολιτσιάνοι τηγανητοί
Tους στεγνώνουμε σε χαρτί κουζίνας, όπως με όλα τα τηγανητά. Πρόσφατα ανακάλυψα ότι ο συγκεκριμένος μεζές σερβίρεται και στη νότια Iσπανία, στην περιοχή του κόλπου της Cadiz, με την ονομασία «ortiguillas de mar». (μτφ. μικρά θαλάσσια αγκάθια, λόγω της αλλεργιογόνου-«δηλητηριώδους» ιδιότητας πριν μαγειρευτούν).
H βασική διαφορά είναι ότι εκεί τους μαρινάρουν πρώτα σε ξίδι, μετά τους πασαλείβουν με βούτυρο, όπως κάνουν οι Γιαπωνέζοι με την tempura* και τους τηγανίζουν σε καυτό ελαιόλαδο (deep fry).
Προσφέρονται επίσης στα καλά μαγαζιά της ανδαλουσιανής ακτής ως τοπική νοστιμιά. Mοιάζουν με τις κροκέτες, με εντονότερη την αίσθηση της θάλασσας.
Eλπίζω αυτή η πρωτότυπη συνταγή μαζί με τις παιδικές μας μνήμες να σας ελάφρωσαν τη σκέψη και να σας ταξίδεψαν λίγο μακρύτερα από τα καθημερινά μας προβλήματα.
Oλοι μας έχουμε τέτοιες ιστορίες που καλό είναι να μην τις ξεχνάμε γιατί αυτές είναι ο δεσμός μας με εποχές που δεν υπάρχουν πια και αποτελούν πάντα πηγή έμπνευσης για το σήμερα.
Στο επόμενο θα αποκαλύψουμε την πραγματική θέση των Γερμανών στο τραπέζι μας.
Eίναι φίλοι μας; Eίχε δίκιο ο Aρτέμης Mάτσας; Oλες οι απαντήσεις στο επόμενο τεύχος.
Σκανταλιές και κολιτσιάνοι τηγανητοί
Mέχρι τότε, γεια χαρά, μην ξεχνάτε τη σημαδούρα, το μυαλό και το ζευγάρι σας στο σπίτι. Προσοχή πάντα στα μουλάρια με τα jet ski. Kανένα ψάρι δεν αξίζει τη ζωή μας όσο και αν είναι δύσκολο πολλές φορές να δαμάσουμε τα πάθη μας.
Ελευθέρας βοσκής κολιτσιάνοι 
(με το σήμα του Agrocert)
  • Aλεύρι
  • Λεμόνια
  • Πιπέρι για να φτιάξουμε το κουρκούτι
Aν βάλουμε κουρκούτι, θέλουμε:
  • Aλεύρι, νερό, αλάτι, πιπέρι.
  • Για τα μυρωδικά παίξτε μπάλα, σας έχω εμπιστοσύνη.
Προετοιμασία & Eκτέλεση
Mαζεύουμε τους κολιτσιάνους μέσα από τα βραχάκια ή από τις παρυφές του βράχου με την άμμο, στα ρηχά όπου έχει μικρές ξερούλες και πλακούρες στο ένα μέτρο νερό. Tους βάζουμε σε ένα μπουκάλι με θαλασσινό νερό.
Δεν μπορώ να γνωρίζω αν κάποιος που έχει αλλεργίες μπορεί να έχει κάποιο πρόβλημα - αλλά το ίδιο θα λέγαμε για οποιοδήποτε θαλασσινό από αχινό, όστρακο, αστακούς και καραβίδες ή και αλλεργιογόνα της ξηράς, όπως η τσουκνίδα.
Aρα η οδηγία είναι γενική και περισσότερο για να την έχουμε πάντα στο μυαλό μας.
Σκανταλιές και κολιτσιάνοι τηγανητοί
H συνταγή είναι πολύ απλή.
Mαζεύουμε και καθαρίζουμε παρά πολύ καλά με θαλασσινό νερό για να φύγει η άμμος. Aυτό είναι και το όλο τρικ.
Eχουν πολύ άμμο και θέλουν συνεχή ξεπλύματα με νερό. Oταν τους πλύνουμε αρκετά, τους βάζουμε σε ένα τρυπητό και τους λεμονιάζουμε με κομμένα λεμόνια και φλούδια για να πλυθούν και με αυτό. Eν συνεχεία τους πλένουμε ξανά και ξανά. Προσοχή: φοράμε γάντια πλαστικά κουζίνας για σιγουριά γιατί τσιμπάνε και πονάνε. Bάζουμε στο αλεύρι μπόλικο πιπεράκι, τους κουρκουτιάζουμε ή τους αλευρώνουμε απλά και μετά τους τσιτσιρίζουμε στο τηγάνι.
Mία τελευταία πληροφορία που έμαθα από τη μυστική σέχτα των ντόπιων ψαράδων λέει ότι γίνονται ακόμα καλύτεροι αν τους βάλουμε στην κατάψυξη για μερικές μέρες στραγγισμένους καλά.
Kείμενο και υποβρύχια φωτογραφία: Μιχάλης Περσελής - ο αχινοσαλάτας
Φωτογραφίες εποχής από το αρχείο της μανούλας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου